CHINGA


ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΚΤΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΣΤΟ ΜΕΪΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΗΣ.

Στο μα Μπιτς, στο Μέιν, η πεντάχρονη Πόλι Τέρνερ συνοδεύει την όμορφη μητέρα της, τη Μελίσα, στο σούπερ μάρκετ. Η Πόλι κάθεται στο ειδικό καρεκλάκι του καροτσιού, σφίγγοντας την κούκλα της, την Τσίνγκα. Ενώ η Μελίσα προχωρά ανάμεσα στα πράγματα, τραβά την προσοχή του Ντέιβ του ψαροπώλη. Η Πόλι βλέπει τον Ντέιβ, και λέει στη μητέρα της ότι δεν της αρέσει το κατάστημα. Η Μελίσα απαντά σπρώχνοντας γρήγορα το καροτσάκι σε άλλο τμήμα του καταστήματος. Ενώ η Μελίσα προχωρά στο τμήμα των κατεψυγμένων, έρχεται αντιμέτωπη με την αντανάκλαση του Ντέιβ πάνω σ' ένα τζάμι, με το μαχαίρι του να ξεπροβάλλει απ' το μάτι του. Η τρομοκρατημένη Μελίσα λέει στην Πόλι ότι πηγαίνουν σπίτι. Μα ενώ η Μελίσα προχωρά προς την έξοδο, οι πελάτες αρχίζουν να τρίβουν τα μάτια τους. Στο τμήμα ιχθυοπωλείου, η προσοχή του Ντέιβ αποσπάται από τη μορφή μίας τεράστιας κούκλας Τσίνγκα, που καθρεφτίζεται σε μία μεταλλική πόρτα. Ο Ντέιβ αρπάζει ένα μαχαίρι από τη ζώνη του... μα ξαφνικά επιτίθεται στον εαυτό του.

Κάνοντας διακοπές στο Μέιν, η Σκάλλυ σταματά το νοικιασμένο της αυτοκίνητο στο πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ. 'Ενας ηλικιωμένος άντρας βγαίνει από το κατάστημα και λέει στη Σκάλλυ πως χρειάζονται γιατρό. Μέσα στο κατάστημα αντικρύζει τον Ντέιβ, με το μαχαίρι καρφωμένο στο μάτι του. Τηλεφωνεί στον Μώλντερ και περιγράφει την περίεργη κατάσταση. Ο Μώλντερ λέει στην Σκάλλυ πως αυτό ίσως να είναι αποτέλεσμα μαγείας. Η Σκάλλυ όμως δεν καταφέρνει να βρει κανένα στοιχείο που υποστηρίζει αυτή τη θεωρία.

Με τη βοήθεια του Αρχηγού της Αστυνομίας Τζακ Μπόνσαϊντ και του βοηθού του, Μπάντι Ριγκς, η Σκάλλυ παρακολουθεί το βίντεο ασφαλείας του γεγονότος. Παρατηρεί ότι η Μελίσα Τέρνερ έφυγε βιαστικά, η μοναδική πελάτισσα που δεν επηρρεάστηκε. Ο Μπόνσαϊντ λέει στη Σκάλλυ πως κάποιοι κάτοικοι της πόλης πιστεύουν πως η Μελίσα είναι μάγισσα. Ο Μπάντι Ριγκς τηλεφωνεί στη Μελίσα λέγοντάς της πως ο Μπόνσαϊντ θα της κάνει ερωτήσεις για τα γεγονότα στο σούπερ μάρκετ. Ο Ριγκς υπόσχεται να τη βοηθήσει, μα αυτή τον προειδοποιεί να μην πλησιάσει. Πίσω της, χωρίς να τη βλέπει, ξεπροβάλλει η σκιά της μεγάλης κούκλας Τσίνγκα.

Ο Μπόνσαϊντ και η Σκάλλυ επισκέπτονται το σπίτι της Μελίσα, μα το βρίσκουν άδειο. Ο Μπόνσαϊντ λέει στη Σκάλλυ πως η Μελίσα είχε παντρευτεί έναν ψαρά, μα έμεινε χήρα όταν ο σύζυγός της σκοτώθηκε σ' ένα ατύχημα με τη βάρκα του. Ο Μπόνσαϊντ εξηγεί πως συνέβη κάτι μεταξύ της Πόλι και της ιδιοκτήτριας του παιδικού σταθμού, της Τζέιν Φρόελιχ. Φαίνεται πως η Τζέιν χαστούκισε την Πόλι όταν η μικρή έγινε ανυπόφορη. Μετά από λίγο, η Τζέιν ισχυρίζεται πως κάποιος την έριξε κάτω. Ο Μπόνσαϊντ όμως πιστεύει πως το μικρό κορίτσι ποτέ δεν άγγιξε τη Τζέιν. Ο Μπόνσαϊντ μετά λέει στη Σκάλλυ πως το ενδιαφέρον του Ντέιβ του ψαροπώλη για την Μελίσα ήταν απροκάλυπτο.

Ο Ριγκς συναντά την Μελίσα και την Πόλι σ' ένα παγωτατζίδικο. Η Μελίσα περιγράφει πώς βλέπει εικόνες βίαιων θανάτων, όπως του Ντέιβ, λίγο πριν συμβούν. Ο Ριγκς δίνει στη Μελίσα το κλειδί ενός απομονωμένου σπιτιού και της συστήνει να φύγει από την πόλη. Εν τω μεταξύ, η Πόλι εκνευρίζεται όταν μία κοπέλα, υπάλληλος του καταστήματος, δεν της δίνει μερικά ακόμη κεράσια. Μετά από λίγο, οι κοτσίδες της υπαλλήλου μπλέκονται σε μία παγωτομηχανή. Ο Ριγκς πετάγεται και σώζει το κορίτσι.

Η Σκάλλυ κι ο Μπόνσαϊντ επισκέπτονται την Τζέιν Φρόελιχ. Η Φρόελιχ ισχυρίζεται πως η Μελίσα είναι απόγονος μαγισσών - και πως η καταραμένη της κληρονομιά πέρασε στην Πόλι. Αργότερα, καθώς συζητά με έναν δασοφύλακα σ' ένα σταθμό (κοντά στο απομονωμένο σπίτι του Ριγκς) η Μελίσα βλέπει κι άλλο όραμα, αυτή τη φορά τη ματωμένη μορφή της Φρόελιχ να καθρεφτίζεται στο πίσω τζάμι του αυτοκινήτου της. Η Μελίσα κάνει αναστροφή και κατευθύνεται πάλι στο σπίτι της. Εν τω μεταξύ, η Φρόελιχ ακούει μουσική από τον παιδικό σταθμό. Πηγαίνει εκεί μέσα στο σκοτάδι... και συναντά την μεγάλη κούκλα Τσίνγκα. Πιάνει ένα κομμάτι σπασμένου δίσκου μουσικής, μα αντί να το χρησιμοποιήσει σαν αμυντικό όπλο, το στρέφει πάνω της. Αργότερα, η Μελίσα βλέπει κι άλλο όραμα... αυτή τη φορά το πτώμα του Ριγκς. Ο Ριγκς βρίσκει τη Μελίσα στο σπίτι της, και πεπεισμένος πως έχει κάποια σχέση με τη δολοφονία της Φρόελιχ, επιμένει να τον ακολουθήσει στο τμήμα. Σε λίγο, ο Ριγκς είναι νεκρός στο πάτωμα της κουζίνας, μέσα στο αίμα.

Η Σκάλλυ αναγνωρίζει τον ηλικιωμένο άντρα του σούπερ μάρκετ πάνω στη βάρκα όπου σκοτώθηκε ο σύζυγος της Μελίσα. Ο ηλικιωμένος λέει στη Σκάλλυ την ιστορία για το πώς ο Ριτς Τέρνερ βρήκε την κούκλα Τσίνγκα ενώ έκανε έλεγχο στις παγίδες των αστακών. Ο Ριτς σκόπευε να δώσει την κούκλα στην κόρη του, μα μερικές μέρες αργότερα ο ηλικιωμένος βρήκε το πτώμα του Ριτς με ένα γάντζο καρφωμένο στο κεφάλι του.

Η Μελίσα αρχίζει να καρφώνει κάθε πόρτα και παράθυρο στο σπίτι. Η Πόλι λέει στη μητέρα της ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί, και η Μελίσα υπόσχεται πως ο θόρυβος θα σταματήσει. Λίγα λεπτά μετά, η Μελίσα βλέπει μία ματωμένη αντανάκλαση του εαυτού της σ' ένα παράθυρο, με ένα σφυρί καρφωμένο στο κεφάλι της. Η Σκάλλυ και ο Μπόνσαϊντ πηγαίνουν στο σπίτι των Τέρνερ. Η Σκάλλυ, κοιτώντας μέσα από ένα παράθυρο, βλέπει την Μελίσα να προσπαθεί να κάψει το πτώμα του Ριγκς. Ο Μπόνσαϊντ σπάει την πόρτα ενώ η Μελίσα τρέχει σε μία ντουλάπα κι αρπάζει ένα σφυρί - το οποίο στρέφει πάνω της. Η Σκάλλυ αρπάζει την κούκλα και την πετάει μέσα στον φούρνο μικροκυμάτων. Καθώς η κούκλα λιώνει, η Μελίσα αφήνει το σφυρί να πέσει και ανακτά τα λογικά της. Αργότερα, άλλος ένας ψαράς αστακών βγάζει μία παγίδα από το νερό... κι ανακαλύπτει μέσα την καμμένη κούκλα Τσίνγκα. Ξαφνικά, τα μάτια της ανοίγουν.