TRAVELERS


ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ '50, ΔΥΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΤΟΥ FBI ΕΡΕΥΝΟΥΝ ΠΑΡΑΞΕΝΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΠΟΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΜΩΛΝΤΕΡ.

Το 1990, ένας σερίφης συνοδεύει το σπιτονοικοκύρη σ' ένα έρημο, εγκατειλημμένο σπίτι, για να βρουν τον ενοικιαστή, τον Έντουαρντ Σκαρ. Μόλις μπαίνουν μέσα τους χτυπά μία τρομερή μυρωδιά, και μετά ανακαλύπτουν ένα ανθρώπινο σώμα, πεσμένο κάτω, σαν να του έχουν αφαιρέσει τα σωθικά. Μία μορφή πετιέται απ' τις σκιές και ο σερίφης πυροβολεί. Ο επιτιθόμενος, ένας ηλικιωμένος άντρας, πέφτει στο έδαφος πληγωμένος θανάσιμα. Τα τελευταία του λόγια είναι "Μώλντερ... Μώλντερ".

Ο πράκτορας Μώλντερ, ένα χρόνο πριν ξεκινήσει να δουλεύει με τους φακέλους Χ, επισκέπτεται κάποιον ονόματι Άρθουρ Ντέιλς. Ο Μώλντερ ρωτά τον Ντέιλς, έναν πρώην πράκτορα του FBI, σχετικά με την υπόθεση μίας ανεξήγητης υπόθεσης από το 1952... μία υπόθεση που εστιάζεται στον 'Εντουαρντ Σκαρ (τον άνθρωπο που επιτέθηκε στον σερίφη). Σύμφωνα με την λογοκριμένη αναφορά, ο Σκαρ εξαφανίστηκε 38 χρόνια νωρίτερα πριν κατορθώσουν να τον συλλάβουν για μία σειρά φόνων, στους οποίους τα εσωτερικά όργανα των θυμάτων είχαν αφαιρεθεί. Όταν ο Μώλντερ αναφέρει το δικό του επώνυμο, ο Ντέιλ φαίνεται να το αναγνωρίζει. Ο Ντέιλ κάνει υπαινιγμούς σχετικά με τις διώξεις των κομμουνιστών τη δεκαετία του '50, υποκινώντας τον Μώλντερ να ακούσει τις ομιλίες του Μακ Κάρθι. Όταν ο Μώλντερ επιστρέφει στο διαμέρισμα του Ντέιλ, ο Ντέιλ δουλεύει πάνω στο θέμα του Σκαρ, ο οποίος, πριν χρόνια, αναφερόταν ως κομμουνιστής.

Η ιστορία γυρίζει στο 1952. Ο νεαρός Εντ Σκαρ συλλαμβάνεται απ' τους πράκτορες του FBI Ντέιλς και Μίτσελ, και τον κατηγορούν πως δεν εμφανίστηκε όταν τον κάλεσε το Κογκρέσο. Εκείνη τη νύχτα, ο Ντέιλς βρίσκεται σ' ένα μπαρ ονόματι Κουκουβάγια. Του τηλεφωνεί ο συνεργάτης του και του λέει πως ο Σκαρ κρεμάστηκε στο κελί του. Ο Ντέιλς πηγαίνει στο σπίτι των Σκαρ για να ενημερώσει την οικογένειά του για το γεγονός. Μα πριν προφτάσει να βγει απ' το αυτοκίνητό του, βλέπει τον Σκαρ να περπατά στο δρόμο. Ο Ντέιλς τον καταδιώκει. Πιάνονται στα χέρια, και κατά τη διάρκεια της πάλης μαύρα πλοκάμια βγαίνουν απ' το στόμα του Σκαρ. Ο Σκαρ καταφέρνει να το σκάσει.

Ο Ντέιλς γράφει αναφορά σχετικά με το ανεξήγητο αυτό γεγονός. Σε λίγο, τον καλούν στο γραφείο του Υποδιευθυντή Ρόι Κον. Ο Κον λέει στον Ντέιλς να ξαναγράψει την αναφορά του χωρίς ν' αναφέρει πουθενά τον Σκαρ. Ο Ντέιλς κάνει ό,τι του λέει. Λίγο αργότερα, αυτός κι ο Μίτσελ στέλνονται να ερευνήσουν μία δολοφονία. Ανακαλύπτουν το πτώμα ενός Γερμανού γιατρού, με το σώμα το άδειο. Ο Ντέιλς προσέχει μία κάρτα της Κουκουβάγιας, που γράφει "έλα μόνος". Εκείνη τη νύχτα στο μπαρ τον πλησιάζει ο νεαρός Μπιλ Μώλντερ. Του εξηγεί πως αυτός τους κάλεσε στο σπίτι του γιατρού. Επιβεβαιώνει πως ο Σκαρ είναι ο δολοφόνος. Επίσης εξηγεί πως ο Σκαρ δεν είναι κομμουνιστής αλλά πατριώτης. Ο Σκαρ, μαζί με άλλους δύο άντρες, τον Γκίσινγκ και τον Όμπερμαν, εργάζονταν στο Υπουργείο Εσωτερικών. Ο Γκίσινγκ κι ο Όμπερμαν αυτοκτόνησαν. Ο Σκαρ συνελήφθη, και σκηνοθετήθηκε ο θάνατός του, έτσι ώστε η κυβέρνηση να μπορεί να καλύψει τα γεγονότα. Ο Μπιλ Μώλντερ θέλει να μαθευτεί η αλήθεια, εξηγώντας πως ο Σκαρ ήταν συνάδελφός του. Μα προειδοποιεί πως ο Σκαρ πιστεύει πως ο Ντέιλς κι ο Μίτσελ συμμετέχουν στην συνομωσία εναντίον του. Μετά από λίγο, ο Σκαρ επιτίθεται στον Μίτσελ. 'Ενα πλάσμα σαν αράχνη βγαίνει απ' το στόμα του Σκαρ και μπαίνει στον Μίτσελ.

Ο Κον δίνει εντολή να μεταφερθεί το σώμα του Μίτσελ στη Βηθεσδά αντί να επιτρέψει στον κομητειακό γιατρό να κάνει τη νεκροψία. Ο Ντέιλς διαμαρτύρεται, μέχρι που ο Κον απειλεί πως θα τον κατηγορήσει ως κομμουνιστή. Όταν ο Ντέιλς επιστρέφει στα γραφεία, βλέπει ένα μεγάλο, λογοκριμένο φάκελο πάνω στο γραφείο της Ντόροθι Μπάνσεν, μίας υπαλλήλου. Η Ντόροθι εξηγεί πως τα έγγραφα είναι μία αναφορά που καταδικάζει τον Σκαρ και τους συνεργάτες τους ως κομμουνιστές. Μετά, του λέει πως αναγνώρισε έναν απ' αυτούς που αναφέρονται στο έγγραφο από κάποιον φάκελο Χ. Εξηγεί πως οι φάκελοι Χ είναι ανεξήγητες υποθέσεις τις οποίες μόνο ο διευθυντής μπορεί να χαρακτηρίσει ως "Χ". Βγάζει τον φάκελο σχετικά με το άτομο που αναφέρεται στο έγγραφο. Το όνομα είναι ενός Γερμανού μετανάστη, του Δρ. Στρόχμαν. Ο Ντέιλς αναγνωρίζει τον Στρόχμαν ως τον άντρα που βρήκε μέσα στο σπίτι. Ο Ντέιλς εντοπίζει το πτώμα του Γκίσινγκ και παρακολουθεί την νεκροψία. Μέσα στο πτώμα υπάρχει ένα κουκούλι που περιέχει ένα πλάσμα όμοιο με αράχνη, το οποίο σκοτώνει ο Ντέιλς. Αργότερα, ο Ντέιλς πληροφορεί την κυρία Σκαρ πως ο σύζυγός της, μαζί με δύο συνεργάτες του, έπεσαν θύματα πλεκτάνης της κυβέρνησης. Συνεχίζει, εξηγώντας πως και οι τρεις άντρες υπέστησαν εγχειρήσεις για τραύματα πολέμου, μα στην πραγματικότητα οι επεμβάσεις ήταν ξενομεταμόσχευση, δηλαδή τους τοποθέτησαν ένα ζωντανό είδος μέσα στο σώμα τους. Εκείνη τη νύχτα, ο Μπιλ Μώλντερ κι ο βοηθός του Κον συνοδεύουν τον Ντέιλς στο μπαρ όπου θα συναντήσει τον Σκαρ. Ο Ντέιλς έχει κρυμμένο μικρόφωνο και έχει εντολή να συλλάβει τον Σκαρ όταν του δοθεί η ευκαιρία. Αργότερα, ο Σκαρ μπαίνει στο άδειο μπαρ. Λέει στον Ντέιλς πως οι άλλοι άντρες δεν θα πλησιάσουν, εξηγώντας του ότι υπέθεσαν πως θα τον σκότωνε ο ίδιος.

Ο Ντέιλς βλέπει τη λογική στα λόγια του Σκαρ. Πιάνονται στα χέρια, κι ο Ντέιλς καταφέρνει να περάσει χειροπέδες στον Σκαρ. Πίσω στο 1990, ο Ντέιλς τελειώνει την αφήγησή του. Μα παραμένει το ερώτημα: Γιατί ο Σκαρ πέθανε λέγοντας το όνομα του πατέρα του Μώλντερ; Η ιστορία γυρνά πάλι στο 1952... όταν ο νεαρός Μπιλ Μώλντερ σταματά σ' ένα δρόμο και δίνει στον Σκαρ τα κλειδιά απ' τις χειροπέδες.