HOW THE GHOSTS STOLE CHRISTMAS


Είναι παραμονή Χριστουγέννων, αργά το βράδυ. Λέγοντας ιστορίες για δύο εραστές που ορκίστηκαν να παραμείνουν μαζί για μία αιωνιότητα, ο Μώλντερ παρασέρνει τη Σκάλλυ στην σκοτεινή έπαυλη που υποτίθεται στοιχειώνει το ζευγάρι. Μόλις μπαίνουν, η μπροστινή πόρτα κλειδώνει και τους παγιδεύει μέσα. Ο Μώλντερ πιστεύει ότι είναι δουλειά των φαντασμάτων που κατοικούν στο σπίτι. Η Σκάλλυ, πάντα σκεπτικίστρια, αναλύει στον Μώλντερ τη θεωρία ότι οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να πιστέψουν στην μετά θάνατον ζωή για να κατευνάσουν το φόβο τους για το θάνατο. Όταν μία κλειδωμένη πόρτα ανοίγει διάπλατα και φως λάμπει στο δωμάτιο πίσω της, ο Μώλντερ επιμένει πως είναι φαντάσματα. Η Σκάλλυ, αφού παραδέχεται πως φοβάται αλλά ο φόβος της είναι παράλογος, επιμένει ότι ίσως να ζουν άνθρωποι στο σπίτι.

Περνώντας την πόρτα βρίσκονται σε μία βιβλιοθήκη. Μετά από μία σειρά διαδρόμων και περίεργων στροφών χωρίζουν, και ο καθένας τους παγιδεύεται σε διαφορετικό σημείο. Εκεί ο Μώλντερ συναντά τον Μορίς το Φάντασμα, που τον πείθει να πυροβολήσει την Σκάλλυ. Στη δική της βιβλιοθήκη, η Σκάλλυ συναντά την Λίντια το Φάντασμα, η οποία την πείθει να πυροβολήσει τον Μώλντερ. Όταν οι δύο πράκτορες συναντιούνται πλάτη με πλάτη, ακολουθούν το σχέδιο των φαντασμάτων και αλληλοπυροβολούνται. Καθώς κείτονται στη βάση μίας σκάλας, συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν πληγωθεί και ότι η όλη ιστορία ήταν παιχνίδι των φαντασμάτων.

Πίσω στα σπίτια τους, συμφωνούν πως εκείνο το βράδυ δεν συνέβη απολύτως τίποτα.