HUNGRY


Είναι περασμένα μεσάνυχτα όταν ένα αυτοκίνητο μπαίνει στο drive-through των Lucky Boy Burgers στην Κόστα Μέσα της Καλιφόρνια. Ο νεαρός στο τιμόνι περιμένει ανυπόμονα και δεν παίρνει καμία απάντηση απ' το μεγάφωνο. Φωνάζει για να τον εξυπηρετήσουν και ξαφνικά η επιγραφή "ανοιχτά" σβήνει. Θυμωμένος, ο νεαρός πατάει την κόρνα. Το ηχείο ανοίγει κι ένας άντρας λέει ότι το εστιατόριο είναι κλειστό. Ο οδηγός δεν παραιτείται εύκολα και φωνάζει απειλητικά προς το ηχείο. Η φωνή στην άλλη άκρη του λέει δειλά να περάσει. Ο νεαρός προχωρά, μα κανείς δεν είναι εκεί. Έτσι σκύβει έξω απ' το παράθυρό του για να δει καλύτερα. Ξαφνικά ένα τέρας εμφανίζεται στο παράθυρο και τραβά βίαια το νεαρό έξω απ' το αυτοκίνητό του. Το αυτοκίνητο, που κινείται ακόμη, καταλήγει στην άκρη του δρόμου.

Μετά από τρεις ημέρες, ο υπάλληλος των Lucky Boy Ρομπ Ρόμπερτς πλησιάζει στο εστιατόριο και έχει μία αναπάντεχη συνομιλία. Δουλεύει στο μπροστινό ταμείο κι ο Μώλντερ με τη Σκάλλυ πλησιάζουν δείχνοντας τα σήματά τους. Ζητούν από τον μάνατζερ του Ρομπ να συγκεντρώσει τους εργαζομένους για ανάκριση. Πληροφορούν την ομάδα ότι μία κονκάρδα των Lucky Boy Burger βρέθηκε σ' ένα πτώμα μέσα στο πορτ-μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Οι εργαζόμενοι, μαζί με τον Ρομπ, δείχνουν τις κονκάρδες τους. Ένας μάλλον ύποπτος νεαρός ονόματι Ντέργουντ Σπινκς κρύβεται στο βάθος και ισχυρίζεται ότι ξέχασε την κονκάρδα του στο σπίτι. Οι συνάδελφοί του τον κοιτάζουν με καχυποψία. Ο Μώλντερ και η Σκάλλυ αδειάζουν το εστιατόριο κι ελέγχουν την κουζίνα. Δεν βλέπουν ότι ο Ρομπ είναι απ' έξω κι αντιστρέφει το ηχείο του drive-through έτσι ώστε ν' ακούει την συζήτησή τους. Ο Μώλντερ ισχυρίζεται ότι ο εγκέφαλος του θύματος αφαιρέθηκε με κάποιο όργανο σαν γλώσσα ή προβοσκίδα. Η Σκάλλυ δεν πείθεται. Ο Μώλντερ εντοπίζει ξερό αίμα κάτω από ένα ταμείο και λέει ότι είναι εγκεφαλικός ιστός. Η Σκάλλυ του λέει ότι είναι απλώς μοσχαρίσιος κιμάς. Ο Ρομπ δεν ηρεμεί καθόλου απ' τα λόγια τους.

Ο Ρομπ γυρίζει στο σπίτι του και τρέχει στο μπάνιο. Βγάζει απ' την μπανιέρα μία στολή Lucky Boy που μουλιάζει σε νερό χρώματος ροζ. Δεν μπορεί να εξαφανίσει τελείως τους λεκέδες από αίμα κι αποφασίζει να την πετάξει. Είναι έτοιμος να βγάλει τη σακκούλα με τα σκουπίδια όταν ακούει ένα χτύπημα στην πόρτα του. Ο Μώλντερ θέλει να κάνει στον Ρομπ κάποιες επιπλέον ερωτήσεις σχετικά με τη νύχτα του φόνου. Ο Ρομπ συνεργάζεται και του λέει ότι πέταξε γύρω στα είκοσι κιλά χαλασμένο βοδινό εκείνη τη νύχτα. Με την άκρη του ματιού του βλέπει το ματωμένο νερό να στάζει απ' τη σακκούλα, μα ο Μώλντερ δεν το βλέπει. Μόλις φεύγει ο Μώλντερ, ο Ρομπ πετά την σακκούλα σ' ένα σκουπιδιάρικο που περνά απ' έξω. Συνειδητοποιεί ότι τα χέρια του είναι καλυμμένα με ξερό αίμα και γλείφει τα δάχτυλά του απολαμβάνοντας τη γεύση. Ενώ το κάνει αυτό βλέπει έναν άντρα μέσα στο αυτοκίνητό του απέναντι απ' το σπίτι του να τον παρατηρεί. Ο Ρομπ πλησιάζει νευρικός πιστεύοντας ότι ο άντρας είναι ο Μώλντερ. Ο άγνωστος άντρας λέει στον Ρομπ να χαθεί από μπροστά του.


Πάλι στο διαμέρισμα, ο τηλεφωνητής του Ρομπ ηχογραφεί ένα μήνυμα απ' την δρ. Μίντυ Ράινχαρτ, μία ψυχίατρο που έχει προσλάβει η εταιρεία Lucky Boy για να βοηθά τους υπαλλήλους. Αγνοεί το μήνυμα και παρατηρεί επίμονα τον άντρα που παραμένει έξω απ' το κτίριο. Ο Ρομπ πηγαίνει στο μπάνιο και εμφανίζει τα τριγωνικά σαν του καρχαρία δόντια του. Καθώς δαγκώνει το νιπτήρα το στομάχι του γουργουρίζει δυνατά. Αργότερα εκείνη τη νύχτα, ο Ρομπ προσπαθεί να υπερνικήσει την πείνα του. Μασουλάει τσίχλες που κόβουν την όρεξη και φέρνει στο μυαλό του τα λόγια ενός ομιλητή που είχε δει σε βιντεοκασέτα. Μα εξακολουθεί να πεινά. Πηγαίνει στον άντρα που βρίσκεται στο αυτοκίνητο κι ανοίγει το στόμα του. Κοφτερά δόντια ξεφυτρώνουν καθώς ορμά στον άντρα.

Ο Ρομπ κοιμάται στον καναπέ του το επόμενο πρωί όταν ο Ντέργουντ μπαίνει μέσα. Του λέει ότι τον απέλυσαν απ' το Lucky Boy. Επίσης του λέει ότι βρήκε το μπουκαλάκι με τα χάπια για δίαιτα του Ρομπ στο εστιατόριο την ημέρα μετά το φόνο. Δείχνει στον Ρομπο το μπουκαλάκι και το ματωμένο αποτύπωμα στο καπάκι του. Ο Ντέργουντ απαιτεί χρήματα για να κρατήσει κλειστό το στόμα του. Τους διακόπτει μία γειτόνισσα, η Σύλβια, που ρωτά τον Ρομπ αν είδε κάποιον άντρα που είχε παρκάρει έξω. Ο Ρομπ την διώχνει, κι ο Ντέργουντ τον προειδοποιεί να μην φύγει απ' την πόλη. Ο Ρομπ κατευθύνεται προς το αυτοκίνητό του και βλέπει τον Μώλντερ να πλησιάζει. Παρ' όλο που ο Μώλντερ δεν δείχνει κανένα σημάδι ότι υποπτεύεται τον Ρομπ, του λέει ότι η αστυνομία πιστεύει πως ο Ντέργουντ είναι ο δολοφόνος. Ο Ρομπ πηγαίνει στο γραφείο της δρ. Ράινχαρτ για το καθορισμένο ραντεβού του. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί γιατί το στομάχι του γουργουρίζει. Όταν η γιατρός λαμβάνει ένα τηλεφώνημα απ' τον Μώλντερ, ο Ρομπ φεύγει τρέχοντας λέγοντας ότι θα έπρεπε να βρίσκεται στη δουλειά.

Ο Ρομπ έχει παραισθήσεις πως τα μπιφτέκια που ψήνει είναι μυαλά. Ο Ντέργουντ εμφανίζεται στο Lucky Boy για ν' απειλήσει ξανά τον Ρομπ. Φοβούμενος ότι θ' αποκαλυφθεί, ο Ρομπ εισβάλλει στο σπίτι του Ντέργουντ για να βρει το μπουκαλάκι με τα χάπια. Όταν ο Ντέργουντ γυρίζει σπίτι, ο Ρομπ κρύβεται στη ντουλάπα. Καθώς ο Ντέργουντ πλησιάζει στην ντουλάπα οπλιλσμένος μ' ένα μπαστούνι του μπέιζμπολ, ο Ρομπ αρχίζει να αφαιρεί τα ψεύτικα ανθώπινα μέλη του για ν' αποκαλύψει το τέρας που κρύβει από κάτω. Ο Ντέργουντ ανοίγει την πόρτα και η γλώσσα του τέρατος πετάγεται προς τα έξω, κάνοντας μία τρύπα στο μέτωπο του Ντέργουντ.

Ο Ρομπ πηγαίνει να δει την δρ. Ράινχαρτ και παραδέχεται ότι έχει προβλήματα με τη διατροφή του. Η δρ. Ράινχαρτ του δίνει τη διεύθυνση όπου θα γίνει μία συνάντηση Ανωνύμων Βουλιμικών. Το στομάχι του Ρομπ γουργουρίζει κι εκείνος τρέχει προς τα έξω λέγοντας "πραγματικά προσπαθώ να κάνω το σωστό". Η δρ. Ράινχαρτ αναρωτιέται για τη σημασία της φράσης του. Ο Ρομπ επιστρέφει στο σπίτι και βρίσκει τον Μώλντερ και τη Σκάλλυ να τον περιμένουν για να τον ρωτήσουν για την εξαφάνιση του Ντέργουντ Σπινκς. Ο Μώλντερ λέει στον Ρομπ ότι πιστεύει πως ο δολοφόνος είναι κάποιο είδος γενετικά μεταλλαγμένου τέρατος που τρέφεται με ανθρώπους, μα ο Ρομπ κάνει τον ανήξερο.

Μην έχοντας άλλες ελπίδες, ο Ρομπ πηγαίνει στη συνάντηση των Βουλιμικών και συναντά τη γειτόνισσά του, τη Σύλβια. Εκείνη τον ενθαρρύνει να συστηθεί. Ο Ρομπ περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια την λαχτάρα του για το κρέας. Τα μέλη της ομάδας ξερογλείφονται. Ο Ρομπ σταματά όταν εντοπίζει έναν φαλακρό άντρα στην μπροστινή σειρά. Ο εγκέφαλος του άντρα μοιάζει να πάλλεται μέσα στο κρανίο του κάνοντας τον Ρομπ να γλείφει τα χείλη του απ' την πείνα. Ο Ρομπ πιάνει φιλίες με τη Σύλβια και την συνοδεύει στο διαμέρισμά της μετά τη συνάντηση. Εκείνη λέει καληνύχτα και κλείνει την πόρτα. Ο Ρομπ ετοιμάζεται να φύγει μα το στομάχι του αρχίζει να γουργουρίζει. Επιστρέφει στην πόρτα, χτυπά, κι εμφανίζει τα δόντια του έτοιμος για το επόμενο γεύμα του.

Ο Ρομπ καταστρώνει ένα σχέδιο την επόμενη μέρα. Καταστρέφει το διαμέρισμά του με το μπαστούνι του Ντέργουντ κι ουρλιάζει τρομοκρατημένος. Καλεί τους γείτονες να καλέσουν σε βοήθεια. Ο Μώλντερ κι η Σκάλλυ καταφθάνουν κι ακούν την περίεργη ιστορία του Ρομπ ότι ο Ντέργουντ τον απείλησε για να μην μιλήσει. Οι πράκτορες ρωτούν τον Ρομπ σχετικά με κάποιον ιδιωτικό αστυνομικό που είχε προσλάβει ο σύζυγος της Σύλβια, ο οποίος και χάθηκε ξαφνικά. Ο Ρομπ δεν έχει κάποια απάντηση, και τους λέει ότι η Σύλβια δεν είναι στο σπίτι.

Ο Ρομπ μαζεύει πανικόβλητος τα πράγματά του όταν εμφανίζεται η δρ. Ράινχαρτ. Νιώθει ότι ο Ρομπ ευθύνεται για τους φόνους και προσπαθεί να τον ησυχάσει. Εξαγριωμένος, ο Ρομπ αρχίζει να αφαιρεί τα ανθρώπινα μέλη του για να της δείξει το μυστικό του. Η δρ. Ράινχαρτ τρομάζει μα εξακολουθεί να προσπαθεί να τον ηρεμήσει. Αγγίζει το πρόσωπό του. Ξαφνικά η πόρτα σπάει και μπαίνουν μέσα ο Μώλντερ με τη Σκάλλυ κρατώντας τα όπλα τους. Φωνάζουν στη γιατρό ν' απομακρυνθεί μα εκείνη υπερασπίζεται τον Ρομπ και του λέει να είναι ο καλός άνθρωπος που θέλει να είναι. Ο Ρομπ διστάζει, και μετά ορμά προς τους πράκτορες, γνωρίζοντας ότι θ' ανοίξουν πυρ. Ο ετοιμοθάνατος Ρομπ πέφτει στο πάτωμα και τα μάτια της δρ. Ράινχαρτ δακρύζουν. Τον ρωτά γιατί προκάλεσε ο ίδιος τον θάνατό του. Εκείνος ψιθυρίζει "δεν μπορώ να είμαι κάτι που δεν είμαι".