ORISON


Ο Αιδεσιμότατος Οράιζον τελεί λειτουργία σ' ένα παρεκκλήσι στο Μάριον, την υψίστης ασφαλείας φυλακή του Ιλινόις. Κάθε φορά που λέει τη λέξη "Δοξασμένος, Αμήν" οι φυλακισμένοι χτυπούν τα πόδια τους στο πάτωμα. Όμως, καθισμένος με το πρόσωπό του ανέκφραστο, είναι ο Ντόνι Πφάστερ (τον είδαμε τελευταία φορά στο Irresistible, 2X13), ένας φετιχιστής που κάποτε είχε απαγάγει τη Σκάλλυ. Αργότερα, στο τμήμα μηχανών ρουχισμού, ο Μπρίγκαμ, ένας κρατούμενος, πιάνει τα χέρια του σ' ένα ηλεκτρικό πριόνι. Καθώς οι φρουροί κι οι άλλοι κρατούμενοι τρέχουν να τον βοηθήσουν, ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται κι ο Πφάστερ βγαίνει έξω απαρατήρητος.

Στην Ουάσιγκτον, η Σκάλλυ ξυπνά από το δυνατό αέρα. Σηκώνεται να κλείσει το παράθυρο και βλέπει τη Βίβλο στο γραφείο της. Το ηλεκτρικό ρολόι της αναβοσβήνει 6:66. Πλησιάζει στο ρολόι, μα το ρεύμα κόβεται και ξανάρχεται αμέσως. Τώρα το ρολόι γράφει 6:06.

Την επόμενη ημέρα ο Μώλντερ κι η Σκάλλυ καλούνται στο Σωφρονιστήριο Μάριον για να βοηθήσουν στην ανεύρεση του δραπέτη που οι ίδιοι είχαν κλείσει στη φυλακή - του Ντόνι Πφάστερ. Ο Μώλντερ προσπαθεί να πείσει την Σκάλλυ να βγει απ' την υπόθεση, μα εκείνη είναι αμετανόητη και λέει ότι δεν έχει άλλη επιλογή. Οι πράκτορες ανακρίνουν τον κρατούμενο Μπρίγκαμ, του οποίου τα χέρια είναι ακέραια. Λέει πως η ίασή του ήταν έργο Θεού και λέγοντας "Δοξασμένος, Αμήν" ασυναίσθητα χτυπά τα πόδια του κάτω. Ο Μώλντερ καταλαβαίνει ότι ο κρατούμενος έχει υποβληθεί σε κάποιο είδος ύπνωσης και ζητά να μιλήσει με τον υπεύθυνο των φυλακών. Ένα σιγανό τραγούδι ακούγεται κι η Σκάλλυ παραξενεύεται. Λέει πως έχει να το ακούσει από τότε που πήγαινε σχολείο.

Μία έφηβος που το έχει σκάσει απ' το σπίτι της, ονόματη Μπλούμπερι, πλησιάζει τον Πφάστερ σ' ένα εστιατόριο. Αυτός προσφέρεται να της κάνει μανικιούρ στο απεριποίητο χέρι της. Τότε εμφανίζεται ο αιδεσιμότατος Οράιζον, που λέει στον Πφάστερ πως αυτός βοήθησε στην απόδραση. Το εστιατόριο γεμίζει αστυνομικούς κι ο Πφάστερ κατηγορεί τον Οράιζον ότι τον πρόδωσε. Ο Οράιζον του δίνει τα κλειδιά του αυτοκινήτου του, και με τον χρόνο να μοιάζει και πάλι να επιβραδύνεται, ο Πφάστερ αποδρά και πάλι. Στο πάρκινγκ, ο Πφάστερ ακινητοποιεί τον Οράιζον και τον αφήνει σοβαρά τραυματισμένο. Αργότερα, στο νοσοκομείο, ο Οράιζον προσπαθεί να επηρρεάσει την πίστη της Σκάλλυ κι εκείνη ανησυχεί όταν την αποκαλεί "πρόσκοπο". Ανησυχεί ακόμα περισσότερο όταν ακούει ξανά το παλιό τραγούδι. Ο Μώλντερ φέρνει νέα για το τελευταίο θύμα του Πφάστερ και αποκαλεί τον Οράιζον ψεύτη. Πιστεύει ότι ο Οράιζον είναι ένας δολοφόνος που σκοπεύει να σκοτώσει τον Πφάστερ μόλις βγει απ' τη φυλακή. Η Σκάλλυ έχει τις αμφιβολίες της για τη θεωρία του Μώλντερ. Του λέει πως ξύπνησε στις 6:06, την ώρα που ο Πφάστερ απέδρασε απ' τη φυλακή. Το τραγούδι που ακούει συνεχώς, το άκουγε στο ραδιόφωνο την ημέρα που έμαθε πως η δασκάλα του κατηχητικού της είχε δολοφονηθεί. Εκείνη η δασκάλα την φώναζε "πρόσκοπο". Λέει στον Μώλντερ πως πίστεψε για πρώτη φορά ότι υπάρχει κακό στον κόσμο την ημέρα που σκοτώθηκε η δασκάλα της. Ο Μώλντερ προσπαθεί να την πείσει πως δεν υπάρχει θεία παρέμβαση στην υπόθεση δείχνοντάς της μία τομογραφία του εγκεφάλου του Οράιζον σε υπολογιστή. Ο Οράιζον έχει τρυπήσει το κρανίο του ώστε να επιτρέπει σε περισσότερο οξυγόνο να πηγαίνει στον εγκέφαλο, και προφανώς αυτό του δίνει την ικανότητα να "σταματά" το χρόνο. Ο Μώλντερ προβλέπει ότι ο Οράιζον πιστεύει στ' αλήθεια ότι λειτουργεί σαν όργανο του Θεού για να σταματήσει τον Πφάστερ. Εν τω μεταξύ, ο Οράιζον χρησιμοποιεί τον ψαλμό "Δοξασμένος, Αμήν" για να υπνωτίσει τον αστυνομικό που τον φρουρεί, και δραπετεύει.

Μία κοκκινομάλλα πόρνη συναντιέται με τον Πφάστερ, μα όταν αυτός βλέπει πως φοράει περούκα, γίνεται έξαλλος και της επιτίθεται. Η πόρνη χτυπά τον Πφάστερ και φεύγει. Ο Οράιζον φτάνει και πηγαίνει τον Πφάστερ σ' ένα νεκροταφείο. Ενώ σκάβει τον τάφο του, ζητά απ' τον Πφάστερ να μετανοήσει για τις αμαρτίες του. Ο Πφάστερ λέει πως ο Οράιζον δεν μπορεί να τον σκοτώσει. Μόλις ο Οράιζον κοιτάζει το πρόσωπο του Πφάστερ, βλέπει ότι έχει μεταμορφωθεί στον Διάβολο. Ο Πφάστερ σκοτώνει τον Οράιζον και τον θάβει στον τάφο. Το επόμενο πρωί, οι πράκτορες ερευνούν το σημείο κι αποφασίζουν ότι η δουλειά τους έχει τελειώσει. Επιστρέφουν στην Ουάσιγκτον.

Η Σκάλλυ φτάνει στο διαμέρισμά της κι ετοιμάζεται για ύπνο όταν κόβεται το ρεύμα και το ρολόι της αναβοσβήνει ξανά 6:66. Ξαφνικά, ο Ντόνι Πφάστερ πετάγεται απ' τη ντουλάπα και της επιτίθεται. Παλεύουν κι ο Πφάστερ καταφέρνει να την δέσει. Στο κρεββάτι του, ο Μώλντερ ρυθμίζει το ξυπνητήρι του κι ακούει το τραγούδι της Σκάλλυ στο ραδιόφωνο. Σκέφτεται ότι είναι παράξενη σύμπτωση κι αποφασίζει να τηλεφωνήσει στην Σκάλλυ. Εκείνη δεν απαντά. Εν τω μεταξύ, η Σκάλλυ καταφέρνει να μετακινήσει τα δεμένα της χέρια μπροστά της έτσι ώστε μπορεί να συρθεί στο πάτωμα και να πιάσει το όπλο της. Ο Πφάστερ είναι απασχολημένος ανάβοντας κεριά κι ετοιμάζοντας το μπάνιο. Βλέπει τη Σκάλλυ όταν ο Μώλντερ σπάει την πόρτα κρατώντας το όπλο του. Ενώ ο Πφάστερ στέκει ακίνητος, η Σκάλλυ λύνει τα δεσμά της και τον πυροβολεί.

Αργότερα, ενώ η αστυνομία γεμίζει το διαμέρισμα, ο Μώλντερ προσπαθεί να ηρεμήσει την τρομοκρατημένη Σκάλλυ, λέγοντάς της ότι στην αναφορά του θα λέει πως δεν είχε άλλη επιλογή παρά να σκοτώσει τον Πφάστερ. Τη ρωτά αν σκέφτηκε πως ο Θεός την έβαλε να τραβήξει τη σκανδάλη. Η Σκάλλυ όμως αναρωτιέται αν ήταν το Κακό που την έβαλε να το κάνει, σαν πράξη εκδίκησης.