EN AMI


Ένα άρρωστο αγοράκι ξυπνά στη μέση της νύχτας από μία θύελλα κι από έντονα φώτα. Παρακολουθεί με θαυμασμό καθώς βλέπει κάποιες μορφές να βγαίνουν απ' το φως.

Η Σκάλλυ βρίσκει ένα αντίγραφο της εφημερίδας Goochland Guardian στο κατώφλι της. Ένα άρθρο για το αγοράκι βρίσκεται στην πρώτη σελίδα. Αν και η οικογένειά του δεν είχε δεχθεί θεραπευτική αγωγή εξ' αιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, το αγοράκι είχε θεραπευθεί ως εκ θαύματος. Στο γραφείο, ο Μώλντερ λαμβάνει ένα ανώνυμο e-mail από κάποιον στο Κέντρο Προηγμένης Αμυντικής Έρευνας σχετικά με το ίδιο περιστατικό. Κάποιος επιμένει πως πρέπει να ερευνήσουν την υπόθεση. Ο Μώλντερ πηγαίνει στο Κέντρο, ενώ η Σκάλλυ επισκέπτεται το αγόρι.

Η οικογένεια ΜακΠέκ νιώθει ευγνωμοσύνη για την θαυματουργή θεραπεία του μικρού. Το αγόρι λέει στη Σκάλλυ πως είδε "αγγέλους" που έμοιαζαν με ανθρώπους, και πως ένας απ' αυτούς τσίμησε το σβέρκο του. Η Σκάλλυ βλέπει ότι ο μικρός έχει ένα σημάδι παρόμοιο με το δικό της απ' το εμφύτευμα. Ο Καπνιστής περιμένει στο αυτοκίνητο της Σκάλλυ έξω απ' το σπίτι των ΜακΠέκ. Ισχυρίζεται πως αυτός ευθύνεται για τη σωτηρία του μικρού, όπως και για τη δική της. Την ρωτά γιατί δεν έχει περιέργεια να μάθει για τη νέα τεχνολογία, ενώ ο ίδιος μπήκε σε μεγάλους μπελάδες για ν' αποδείξει τις προθέσεις του. Η Σκάλλυ δεν πείθεται. Ο Καπνιστής παραδέχεται ότι πεθαίνει, μα ελπίζει να περάσει τις γνώσεις και τη δύναμή του σ' εκείνη. Αυτή η δύναμη περιλαμβάνει και τη θεραπεία του καρκίνου. Την επέλεξε γιατί κουράστηκε απ' την ξεροκεφαλιά του Μώλντερ. Της αφήνει την κάρτα του με την προειδοποίηση πως έστω και μία λέξη να πει στον Μώλντερ, η προσφορά του ακυρώνεται.

Η Σκάλλυ εντοπίζει τον αριθμό τηλεφώνου του Καπνιστή απ' την κάρτα και βρίσκει τη διεύθυνση. Είναι ένα μεγάλο κτίριο χωρίς καμία εξωτερική επιγραφή. Ο φύλακας στην πόρτα της ζητά ταυτότητα και την στέλνει σ' ένα γραφείο όπου η πόρτα γράφει "Spender, C.G.B.". Σαν να την περίμενε, ο Καπνιστής την υποδέχεται εγκάρδια. Προσπαθεί ξανά να την επηρρεάσει. Πεθαίνει από εγκεφαλική φλεγμονή που προέρχεται από επέμβαση στον εγκέφαλο, και θέλει ν' αφήσει κάτι πίσω του. Για να πάρουν την θεραπεία του καρκίνου θα πρέπει να κάνουν ένα ταξίδι. Γεμάτη περιέργεια, η Σκάλλυ δέχεται. Αφήνει ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή του Μώλντερ, λέγοντας ότι θα λείψει εκτός πόλης για κάποια οικογενειακή υπόθεση. Ο Καπνιστής την παρακολουθεί να μαζεύει τα πράγματά της όταν ο Μώλντερ της τηλεφωνεί. Αν και αγνοεί το τηλεφώνημα του Μώλντερ, καταφέρνει να βάλει διακριτικά ένα μικρό μικρόφωνο στο σουτιέν της.

Η ατμόσφαιρα στο αυτοκίνητο είναι τεταμένη, μα η Σκάλλυ οδηγεί και κατευθύνονται σε άγνωστο προορισμό. Διαμαρτύρεται όταν τον βλέπει ν' ανάβει τσιγάρο, κι εκείνος συμφωνεί ότι θα το σταματήσει για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Μετά την οδηγεί στο σπίτι της Μάρτζορι Μπάτερς, μίας λαμπερής, γεμάτης ενεργητικότητα ηλικιωμένης γυναίκας. Η Σκάλλυ σοκάρεται όταν ακούει πως΄η Μάρτζορι είναι 118 ετών, και πως ο Καπνιστής την έσωσε απ' τον καρκίνο. Εκείνος σχολιάζει πως ένα θαύμα σαν αυτό της Μάρτζορι πρέπει να είναι ο λόγος που η Σκάλλυ έγινε γιατρός.

Ανησυχώντας για τη Σκάλλυ, ο Μώλντερ ρωτά το σπιτονοικοκύρη της. Ο άντρας λέει ότι έφυγε μαζί με κάποιον που κάπνιζε, κι ο Μώλντερ κάνει αμέσως τη σύνδεση. Ο Σκίνερ λέει στον Μώλντερ πως η Σκάλλυ νοίκιασε ένα αυτοκίνητο μα δεν υπάρχουν χρεώσεις για βενζίνη ώστε να βρουν πού πήγε. Ο Μώλντερ ανησυχεί διότι η μητέρα της Σκάλλυ δεν ήξερε τίποτα σχετικά με κάποια οικογενειακή υπόθεση. Ξαφνικά το προσωπικό τηλέφωνο του Σκίνερ χτυπά. Είναι η Σκάλλυ, που του ζητά να πει στον Μώλντερ ότι είναι καλά. Όταν ο Σκίνερ της λέει να του μιλήσει, εκείνη αρνείται. Ο Μώλντερ πείθεται ακόμα περισσότερο πως η Σκάλλυ κινδυνεύει.

Όταν ο Καπνιστής κι η Σκάλλυ φτάνουν σ' ένα βενζινάδικο, εκείνη μιλά στο κρυμμένο μικρόφωνο ζητώντας απ' τον Μώλντερ να καταλάβει τι του γράφει. Ρίχνει την κασέτα σ' ένα γραμματοκιβώτιο και ξαναμπαίνει στο αυτοκίνητο με τον Καπνιστή. Καθώς φεύγουν απ' το βενζινάδικο, βλέπουμε ότι ο Άντρας με τα Μαύρα Μαλλιά (που τον είδαμε στην ταινία X-Files) τους έχει ακολουθήσει. Πηγαίνει στο γραμματοκιβώτιο και βγάζει το φάκελο που έπρεπε να παραλάβει ο Μώλντερ.

Αργότερα, το ίδιο βράδυ, ο Καπνιστής σταματά σε ένα σπιτάκι πλάι σε μία λίμνη. Φορώντας μαύρα δερμάτινα γάντια πλησιάζει τη Σκάλλυ. Το επόμενο πρωί η Σκάλλυ ξυπνά στο σπιτάκι. Φοράει πιτζάμες, και ψάχνει αμέσως για το μικρόφωνο, το οποίο βρίσκεται ακόμη στη θέση του. Η Σκάλλυ κατηγορεί τον Καπνιστή πως τη νάρκωσε, μα εκείνος της λέει πως ήταν πολύ κουρασμένη και παραμιλούσε όταν την έβαλε στο κρεββάτι. Παραδέχεται ότι την έντυσε στο σκοτάδι. Η Σκάλλυ αποφασίζει να φύγει, μα όταν ο Καπνιστής της λέει ότι πάντα ήταν ελεύθερη να φύγει, διστάζει. Λίγο πιό πέρα, ο Άντρας με τα Μαύρα Μαλλιά τους παρακολουθεί.

Εν τω μεταξύ, ο Μπάιερς, ο Φρόχαϊκ κι ο Λάνγκλι δείχνουν στον Μώλντερ τα e-mail που βρήκαν στον υπολογιστή της Σκάλλυ από κάποιον "Κόμπρα" στο Υπουργείο Άμυνας. Υποπτεύονται πως του έκρυβε την αλληλογραφία της, μα ο Μώλντερ δεν πιστεύει τη θεωρία τους. Αυτός και οι Μοναχικοί Πιστολάδες ενημερώνουν το Σκίνερ πως κάποιος μπήκε στον υπολογιστή της Σκάλλυ για να κανονίσει μία συνάντηση μεταξύ του Κόμπρα και της Σκάλλυ.

Ο Καπνιστής φέρνει στην Σκάλλυ ένα φόρεμα για συνάντηση σε δείπνο με τον άνθρωπο που τους βοηθά. Η Σκάλλυ ανησυχεί όταν βλέπει ότι το ανοιχτό φόρεμα δεν μπορεί να κρύψει το μικρόφωνό της. Στο εστιατόριο, ο Καπνιστής λέει στη Σκάλλυ ότι την συμπεριέλαβε στην υπόθεση γιατί ο Κόμπρα φοβόταν πως η έρευνά του ίσως έπεφτε σε λάθος χέρια. Μετά της εξομολογείται πως δεν της είπε τα πάντα για τη μυστική αυτή έρευνα. Δεν είναι μόνο η θεραπεία για τον καρκίνο, μα η θεραπεία για όλες τις ανθρώπινες ασθένειες. Η προέλευσή της είναι εξωγήινη. Ζητώντας συγνώμη, ο Καπνιστής βγαίνει για να καπνίσει. Ο Άντρας με τα Μαύρα Μαλλιά τον πλησιάζει. Προβληματισμένος, ο Καπνιστής του λέει πως ο Κόμπρα δεν φάνηκε. Η Σκάλλυ, μόνη στο τραπέζι, βρίσκει ένα σημείωμα κάτω απ' το πιάτο της. Γράφει "Όρμος Κάλικο, πρώτο φως της μέρας".

Με την ανατολή του ήλιου, ο Καπνιστής λέει στη Σκάλλυ να πάρει μία μικρή βάρκα απ' την αποβάθρα. Εκείνη φεύγει για να συναντήσει τον Κόμπρα. Η Σκάλλυ σταματά τη μηχανή και κάθεται ακίνητη στον όρμο. Μία βάρκα την πλησιάζει και σταματά δίπλα της. Ο άντρας που οδηγεί είναι ο Κόμπρα, και της μιλά σαν να τη γνωρίζει από παλιά. Της δίνει έναν σκληρό δίσκο υπολογιστή. Η Σκάλλυ λέει στον Κόμπρα πως δεν τον ξέρει, και μετά ζητά πληροφορίες για το δίσκο. Αυτό ενοχλεί τον Κόμπρα, μα πριν προλάβει να μιλήσει, ακούγεται ένας πυροβολισμός. Ο Άντρας με τα Μαύρα Μαλλιά ρίχνει τον Κόμπρα απ' τη βάρκα του και μετά σημαδεύει τη Σκάλλυ. Εκείνη προσπαθεί να βάλει μπρος τη βάρκα, μα ακούγεται κι άλλος πυροβολισμός. Αυτή τη φορά ο Καπνιστής σκοτώνει τον Άντρα εξ επαφής. Η Σκάλλυ γυρίζει στην αποβάθρα έξαλλη και δίνει το δίσκο στον Καπνιστή. Εκείνος διστάζει, και μετά τον ξαναδίνει στη Σκάλλυ. Εκείνη τον παίρνει και φεύγει τρέχοντας.

Ο Μώλντερ, θυμωμένος, δεν μιλά καθόλου στη Σκάλλυ καθώς οι Μοναχικοί Πιστολάδες ελέγχουν το δίσκο. Είναι εντελώς άδειος.

Η Σκάλλυ πηγαίνει τον Μώλντερ στο κτίριο του Καπνιστή. Είναι εντελώς άδειο. Ο Μώλντερ λέει πως ο Καπνιστής την χρησιμοποίησε, μα δεν μπορεί να καταλάβει γιατί είναι ακόμη ζωντανή. Η Σκάλλυ επιμένει πως ο Καπνιστής της είπε την αλήθεια. Αναρωτιέται γιατί ο Καπνιστής θα την χρησιμοποιούσε για να σώσει τον εαυτό του εις βάρος όλων των ανθρώπων.

Στο σπιτάκι, ο Καπνιστής στέκει στην αποβάθρα κρατώντας το δίσκο. Τον περιεργάζεται για λίγο, τον ρίχνει στο νερό και μετά ανάβει τσιγάρο.