CHIMERA


Σε μια πανέμορφη πόλη, την ώρα του Πασχαλιάτικου πικ-νικ, η μικρή Μισέλ Κρίτεντον τρομάζει από ένα κοράκι στο δάσος. Η μητέρα της, Μάρθα Κρίτεντον, δεν χαίρεται όταν ο σύζυγός της δεν διακόπτει το επαγγελματικό του ταξίδι για να καθησυχάσει την ταραγμένη κόρη τους. Αναγκασμένη να μείνει στο σπίτι μόνη της εκείνη τη νύχτα, οι ανησυχίες της Μάρθα μετατρέπονται σε φόβο όταν βλέπει ένα κοράκι να κάθεται στο μάρμαρο του τζακιού. Ξαφνικά, ένας καθρέφτης σπάει κι ένα μεγάλο, τερατόμορφο πλάσμα εμφανίζεται απ' το πουθενά και της επιτίθεται.

Ο Μώλντερ βρίσκεται σε μία παρακολούθηση σ' ένα κλαμπ στριπ-τιζ, κι αφήνει τη Σκάλλυ να ολοκληρώσει μόνη της την παρακολούθηση. Ο Σκίνερ ζητά απ' τον Μώλντερ να ερευνήσει την εξαφάνιση της Μάρθα Κρίτεντον μιάς και η παρουσία των κορακιών κάνει την υπόθεση μάλλον ασυνήθιστη. Το γεγονός ότι ο πατέρας της Μάρθα είναι δικαστής δίνει μεγάλη προτεραιότητα στην υπόθεση.

Ο σερίφης Φιλ Άντερλι συνοδεύει τον Μώλντερ στον τόπο του εγκλήματος. Δεν υπάρχει σημείωμα για λύτρα, ούτε ίχνη, ούτε αίμα, αλλά υπάρχουν τέσσερις βαθιές γρατσουνιές στο τζάκι στο κατά τα άλλα πεντακάθαρο σπίτι. Ο Μώλντερ αναρωτιέται αν τα νύχια ενός κορακιού θα μπορούσαν να είχαν κάνει τα σημάδια, και σημειώνει πως υπάρχει κι ένας σπασμένος καθρέφτης. Ο Χάουαρντ Κρίτεντον, ο σύζυγος της Μάρθα, δείχνει στον Μώλντερ τα αντισυλληπτικά χάπια που έπαιρνε η Μάρθα. Μιάς κι ο ίδιος έχει υποβληθεί σε βαζεκτομή, ο Χάουαρντ πιστεύει πως η Μάρθα το έσκασε με τον εραστή της, και του δείχνει ένα άγνωστο κλειδί που βρήκε στα πράγματα της Μάρθα.

Η Έλεν Άντερλι, η σύζυγος του σερίφη και στενή φίλη της Μάρθα, στέλνει φωτογραφίες που γράφουν για την εξαφάνιση της Μάρθα. Μία σκληροτράχηλη γυναίκα με το όνομα Τζένι την πλησιάζει, ενώ η Έλεν βλέπει ένα κοράκι εκεί κοντά. Αν και νιώθουν αμοιβαία απέχθεια, η Τζένι λέει στην Έλεν πως έχουν περισσότερα κοινά απ' όσο φαίνεται. Η Έλεν απομακρύνεται απ' την Τζένι και βλέπει μία τερατόμορφη αντανάκλαση στο τζάμι ενός αυτοκινήτου. Το τζάμι σπάει αμέσως.

Η Σκάλλυ τηλεφωνεί στον Μώλντερ απ' την παρακολούθηση. Κρυώνει, πεινάει και δεν βρίσκει τίποτα το ουσιαστικό στην δουλειά της. Ο Μώλντερ δεν έχει χρόνο να την παρηγορήσει γιατί εκείνη τη στιγμή ετοιμάζεται να φάει το σπιτικό φαγητό της Έλεν Άντερλι. Η Έλεν τον προσκαλεί να μείνει στο σπίτι τους ενώ θα ασχολείται με την υπόθεση.

Η μικρή Μισέλ Κρίτεντον βλέπει ξανά το κοράκι έξω απ' το σπίτι της, κι ο πατέρας της Χάουαρντ ακολουθεί το πουλί στον κήπο, όπου βλέπει ένα σμήνος κοράκια να τσιμπολογούν ένα ανθρώπινο χέρι. Είναι το πτώμα της Μάρθα, θαμμένο στην αυλή της. Αργότερα, στο νεκροτομείο, ο Μώλντερ μαθαίνει ότι τα σημάδια στο σώμα μοιάζουν σαν να δέχτηκε επίθεση από αρκούδα, αν και συνήθως οι αρκούδες δεν θάβουν το θήραμά τους. Ο σερίφης Άντερλι κι ο Μώλντερ συμφωνούν ότι ο Χάουαρντ Κρίτεντον δολοφόνησε τη σύζυγό του. Η Έλεν φτάνει απελπισμένη στον τόπο του εγκλήματος. Παραδέχεται πως ίσως να είδε το πλάσμα νωρίτερα την ίδια μέρα.

Ενώ ο σερίφης καθησυχάζει την σύζυγό του στο σπίτι τους, ο Μώλντερ υποθέτει πως οι ανακλαστικές επιφάνειες λειτουργούν σαν πόρτες για τον πνευματικό κόσμο. Ίσως κάποια σατανική οντότητα πέρασε από μία τέτοια πόρτα, παίρνοντας τη μορφή ενός κορακιού. Ο Μώλντερ καταλήγει στη Τζένι μα εκείνη αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη στο φόνο. Ο Μώλντερ δεν ερευνά περισσότερο, μα την υποπτεύεται όταν του λέει πως ήταν ολομόναχη εκείνη τη νύχτα.

Η Έλεν μπερδεύεται όταν βρίσκει ένα κλειδί στο χαλί της, όμοιο με το κλειδί που ο Χάουαρντ Κρίτεντον έδωσε στον Μώλντερ. Ξαφνικά, ένας ήχος ακούγεται απ' το δωμάτιο του μωρού της και την τρομάζει. Τρέχει και βλέπει ένα κοράκι να κάθεται στην άκρη της κούνιας. Η Έλεν το διώχνει, μα έπειτα βλέπει την αντανάκλαση του πλάσματος σ' έναν καθρέφτη, ο οποίος σπάει. Τρομοκρατημένη, αρπάζει το μωρό και το κρύβει στην ντουλάπα. Όταν έρχεται ο σύζυγός της και την σώζει, λέει στον Μώλντερ πως το πλάσμα την κυνήγησε. Ο σερίφης λέει ιδιαιτέρως στον Μώλντερ να μην ενθαρρύνει τη σύζυγό του, διότι αυτά που βλέπει είναι παραισθήσεις λόγω άγχους. Ο Μώλντερ βλέπει το κλειδί στο πάτωμα και ρωτά την Έλεν. Εκείνη του λέει ότι το βρήκε αμέσως πριν την επίθεση του κορακιού.

Αργότερα, την ίδια νύχτα, ο σερίφης σηκώνεται απ' το κρεββάτι τους και ντύνεται. Πηγαίνει σ' ένα μοτέλ και ξεκλειδώνει την πόρτα με το κλειδί που βρήκε η σύζυγός του. Μέσα είναι η Τζένι, και τον περιμένει. Αν κι ο σερίφης Άντερλι διαμαρτύρεται και λέει πως πρέπει να σταματήσουν αυτή τη σχέση, η Τζένι τον παρασέρνει στο κρεββάτι.

Την επόμενη ημέρα ο Μώλντερ ξυπνά νωρίς και βλέπει ότι η Έλεν έχει πλύνει το πουκάμισό του και του έχει ετοιμάσει ένα τεράστιο πρωινό. Του λέει πως νιώθει ότι του αρέσει να τον προσέχουν και τον ρωτά γιατί δεν έχει κανέναν στη ζωή του. Ο σερίφης επιστρέφει και διακόπτει τη συζήτησή τους. Δικαιολογείται λέγοντας ότι έπρεπε να φύγει για να καλύψει τη θέση ενός άλλου αστυνομικού. Ο Μώλντερ του λέει πως ο ιατροδικαστής βρήκε πως η Μάρθα ήταν τεσσάρων μηνών έγκυος όταν πέθανε, παρ' όλο που έπαιρνε αντισυλληπτικά. Μιάς κι ο άντρας της είχε υποστεί βαζεκτομή, ο Μώλντερ ρωτά το σερίφη για τους πιθανούς υπόπτους. Όταν ο Άντερλι δεν απαντά, ο Μώλντερ του ζητά ευγενικά το κλειδί του μοτέλ.

Η Τζένι ακούει κοράκια να κρώζουν έξω απ' το δωμάτιό της και ντύνεται. Ο καθρέφτης πάνω απ' το κρεββάτι σπάει ξαφνικά και η Τζένι δέχεται επίθεση. Καταφέρνει να χτυπήσει το πλάσμα στον ώμο μ' ένα κομμάτι γυαλί πριν τη σκοτώσει. Σ' αυτό το νέο τόπο εγκλήματος, ο Μώλντερ ανακαλύπτει ότι το κλειδί ταιριάζει στην πόρτα του μοτέλ. Κατηγορεί το σερίφη πως είχε δεσμό με τη Μάρθα και τη Τζένι ταυτόχρονα. Τώρα, ως ύποπτος, ο Άντερλι είναι έτοιμος πιά ν' ακούσει τη θεωρία του Μώλντερ για τα κοράκια.

Η Έλεν ετοιμάζεται να κάνει μπάνιο κι ανακαλύπτει μία ματωμένη πληγή στον ώμο της. Ενοχλημένη, θυμάται ξαφνικά ότι πάλευε με τη Τζένι. Ο Μώλντερ επιστρέφει στο σπίτι των Άντερλι μα τότε του τηλεφωνεί η Σκάλλυ και του λέει ότι αυτός που παρακολουθούσαν ήταν κρυμμένος κάτω απ' τη μύτη τους, ντυμένος σαν γυναίκα. Ο Μώλντερ συνδέει την ιστορία αυτή με το τέρας των Κρίτεντον και τρέχει στο σπίτι. Προσπαθεί να πείσει την Έλεν να βγει απ' το μπάνιο, λέγοντάς της πως ξέρει τι έκανε. Εκείνη του λέει ότι ο γάμος της ήταν ένα ψέμα κι εύχεται να μην είχε έρθει ποτέ εκεί ο Μώλντερ. Ξαφνικά, το πλάσμα σπάει την πόρτα κι επιτίθεται στον Μώλντερ, κρατώντας τον κάτω απ' το νερό στη μπανιέρα. Καθώς εκείνος προσπαθεί ν' αναπνεύσει, το πλάσμα βλέπει την αντανάκλασή του στο νερό και πισωπατά, αφήνοντας τον Μώλντερ. Η Έλεν, έχοντας μεταμορφωθεί ξανά στον εαυτό της, κουλουριάζεται κλαίγοντας στη γωνία.

Ο Μώλντερ επισκέπτεται την Έλεν στο ψυχιατρείο. Ο σερίφης λέει ότι η σύζυγός του έχει αντικοινωνική συμπεριφορά ή διχασμένη προσωπικότητα, μα δεν μπορεί να καταλάβει τι ευθύνεται για την τροπή των γεγονότων. Ο Μώλντερ πιστεύει ότι η Έλεν βρήκε τρόπο να εκλογικεύσει τους δεσμούς του συζύγου της για να σώσει την οικογένειά της. Του λέει ότι αυτό ίσως να είναι η καλύτερη απάντηση που μπορεί να δώσει η επιστήμη σχετικά με τα γεγονότα. Στο κελί της, η Έλεν κοιτάζει ένα κοράκι έξω απ' το παράθυρο.