BRAND X


Καπνός βγαίνει απ' την καμινάδα στο σπίτι των Σκόμπι στο Γουίνστον-Σάλεμ, στη Βόρεια Καρολίνα. Ο Σκίνερ είναι ο αρχηγός της ομάδας που φρουρεί τον Δρ. Τζιμ Σκόμπι, ο οποίος θα καταθέσει ενώπιον ενός μεγάλου σώματος ενόρκων ενάντια στον πρώην εργοδότη του, τον "Καπνά Μόρλεϊ" την επόμενη ημέρα. Αν και κανείς δεν γνωρίζει το αντικείμενο της έρευνάς του ή τι θα πει στο δικαστήριο, ο γιατρός έχει λάβει αρκετές απειλές κατά της ζωής του. Ο Δρ.Σκόμπι βήχει έντονα και πίνει λίγο νερό. Δεν προσέχει το ελάχιστο αίμα και το μικροσκοπικό σκαθάρι που κολυμπά μέσα στο ποτήρι του. Αργότερα, την ίδια νύχτα, η Τζόαν Σκόμπι ξυπνά και βλέπει ότι ο σύζυγός της δεν είναι στο κρεββάτι. Χτυπά την πόρτα της τουαλέτας και φωνάζει τον Σκίνερ για βοήθεια. Ο Σκίνερ σπάει την πόρτα και βλέπει το πτώμα του Δρ. Σκόμπι στην πόρτα. Η σάρκα απ' τη μύτη του μέχρι το λαιμό του λείπει.

Το επόμενο πρωί ο Μώλντερ κι η Σκάλλυ φτάνουν στην οικία των Σκόμπι για να δουν την σκηνή του φόνου. Δεν υπάρχουν σημάδια διάρρηξης ούτε αποτυπώματα. Η Σκάλλυ λέει πως ίσως να χρησιμοποίησαν οξύ, μα ο Μώλντερ δεν πείθεται και λέει ότι οι κραυγές του άντρα θα είχαν ακουστεί παντού. Ο Σκίνερ έχει διαταγές να εξιχνιάσει την υπόθεση άμεσα και ζητά απ' τη Σκάλλυ να κάνει νεκροψία. Ο Μώλντερ προσέχει την έλλειψη σταχτοδοχείων στο σπίτι ενός εργαζομένου σε εταιρία καπνού και βρίσκει περίεργο το ότι ο Σκόμπι δεν κάπνιζε. Ζητά να συνοδεύσει τον Σκίνερ στην ανάκριση του Δρ. Πίτερ Βος, του διευθυντή του Σκόμπι στη Μόρλεϊ. Ενώ φεύγουν, ο Μώλντερ βλέπει το σκαθάρι στο ποτήρι του Σκόμπι.

Ο Σκίνερ κι ο Μώλντερ έχουν μία ψυχρή υποδοχή όταν εμφανίζουν τα σήματά τους στα γραφεία της Μόρλεϊ. Ο Ντάνιελ Μπρίμλι, ο υπεύθυνος ασφαλείας, τους συνοδεύει απρόθυμα στον Δρ. Βος. Η ομάδα δικηγόρων που κυκλώνει τον Βος του απαγορεύει οποιαδήποτε απάντηση στις ερωτήσεις του Σκίνερ. Ο Μώλντερ βγάζει ένα σακκουλάκι με το σκαθάρι και ρωτά τον Βος αν το αναγνωρίζει. Ο Βος απαντά ότι είναι ένα σκαθάρι του καπνού, πολύ κοινό σε εκείνη την περιοχή. Ο Βος πραγματικά ταραγμένος επιστρέφει σπίτι του και συναντά τον Ντάριλ Γουίβερ, έναν άντρα με χλωμή επιδερμίδα, κίτρινα δόντια και λεκιασμένα απ' τη νικοτίνη δάχτυλα. Ο Γουίβερ απαιτεί να συνεχιστεί η συμφωνία που είχε γίνει με τον Σκόμπι για να του προμηθεύει τσιγάρα, κι υποθέτει πως θα πρέπει να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Ο Βος του δίνει μερικά πακέτα χωρίς μάρκα και χρήματα σε μετρητά, και τον παρακαλεί να φύγει.

Ολοκληρώνοντας τη νεκροψία, η Σκάλλυ εξηγεί στον Μώλντερ και τον Σκίνερ ότι ο Δρ. Σκόμπι πέθανε από ασφυξία. Ο Μώλντερ ρωτά για τυχόν ίχνη από σκαθάρια, μα η Σκάλλυ δεν έχει βρει κανένα. Εν τω μεταξύ, σ' ένα βρώμικο ξενοδοχείο, ο Γουίβερ καπνίζει μανιωδώς ενώ ο γείτονάς του, ο Τόμας Γκάσταλ, παραπονιέται ότι ο καπνός περνάει στο δικό του δωμάτιο από τον αεραγωγό. Ο άντρας βήχει δυνατά, μα ο Γουίβερ δεν δίνει σημασία στα παράπονά του. Ο Γκάσταλ ξαφνικά σταματά, βλέπει ότι τα δάχτυλά του είναι γεμάτα κηλίδες αίματος, και πέφτει κάτω. Αρκετά σκαθάρια του καπνού τριγυρίζουν στο πάτωμα κοντά στο πρόσωπό του, το οποίο και τρώνε όπως ακριβώς και του Δρ. Σκόμπι.

Οι πράκτορες παρατηρούν ότι ο Γκάσταλ πέθανε όπως ακριβώς κι ο Σκόμπι, μα ο ΣΚίνερ κι η Σκάλλυ δεν μπορούν να βρουν το κίνητρο. Βρίσκοντας κι άλλα σκαθάρια, ο Μώλντερ πείθεται ότι δεν έχει γίνει κανένας φόνος. Η Σκάλλυ υποθέτει πως ίσως πρόκειται για κάποια νόσο που μεταδίδεται με τα έντομα κι ο Μώλντερ αρχίζει το ψάξιμο. Βρίσκει τον Γουίβερ, ο οποίος του λέει πως ο Γκάσταλ δεν άντεχε το κάπνισμα. Ενώ μιλά, ο Γουίβερ ανάβει τσιγάρο και φυσά τον καπνό στον Μώλντερ. Χωρίς να έχει κανένα στοιχείο, ο Μώλντερ αποφασίζει να επισκεφθεί ξανά τον Δρ. Βος. Αν και λυπάται για το νέο θύμα, ο Βος εξακολουθεί να μην είναι συνεργάσιμος και μπαίνει στο σπίτι του για ν' απαντήσει στο τηλέφωνο. Είναι ο Μπρίμλι, που παρακολουθούσε τη συζήτηση έξω απ' το σπίτι και θέλει να μάθει τι είπαν. Ο Βος ταράζεται και παρακαλεί να τον αφήσει να φύγει. Ο Μπρίμλι του λέει να σταματήσει και τον ρωτά πού είναι ο Γουίβερ. Ο Βος λέει πως δεν ξέρει. Αργότερα, πηγαίνει στο ξενοδοχείο για να πληρώσει τον Γουίβερ έτσι ώστε να φύγει απ' την πόλη. Ξέροντας πως η εταιρεί Μόρλεϊ δεν θα τον σκοτώσει, ο Γουίβερ δηλώνει πως δεν θα φύγει και πως θέλει κι άλλα απ' τα ειδικά τσιγάρα. Ο Βος δεν ξέρει ότι ο Μπρίμλι τον έχει ακολουθήσει μέχρι εκεί.

Ο Σκίνερ κι η Σκάλλυ συμβουλεύονται έναν εντομολόγο, ο οποίος εξετάζει τα σκαθάρια κι εξηγεί πως τα έντομα δεν είναι φυσιολογικά. Η Σκάλλυ πιστεύει ότι ίσως τα φυτά του καπνού είχαν μεταλλαχθεί γενετικά, κάτι που επηρρέασε τα σκαθάρια. Πίσω στο νεκροτομείο, η Σκάλλυ λέει στον Μώλντερ ότι τα σκαθάρια είχαν φωλιάσει στους πνεύμονες των θυμάτων. Ενώ του εξηγεί, ο Μώλντερ αρχίζει να βήχει ασταμάτητα. Κοιτάζει τα χέρια του, τα οποία έχουν γεμίσει αίμα. Τον πηγαίνουν στο χειρουργείο, όπου οι γιατροί προσπαθούν ν' αφαιρέσουν τις προνύμφες των σκαθαριών απ' τους πνεύμονές του. Η Σκάλλυ πληροφορεί τον Σκίνερ ότι αν και η διαδικασία έχει αποτέλεσμα, θα τους δώσει ελάχιστο χρόνο διότι θα εκκολαφθούν κι άλλες προνύμφες. Οι δύο τους καταλήγουν ότι τα σκαθάρια ίσως να γεννήθηκαν από αβγά που μεταφέρθηκαν με τον καπνό των τσιγάρων. Έξαλλος, ο Σκίνερ βγάζει ένταλμα για την εταιρεία Μόρλεϊ και απαιτεί απαντήσεις. Γεμάτος ενοχές, ο Βος ομολογεί, λέγοντας στον Σκίνερ ότι προσπάθησαν να παρασκευάσουν μία πιό ασφαλή ποικιλία καπνού, η οποία και σκότωσε όλους όσους τον δοκίμασαν, εκτός από έναν - τον Ντάριλ Γουίβερ. Ο Σκίνερ εισβάλλει στο δωμάτιο του Γουίβερ μα βρίσκει μόνο τον Μπρίμλι, δεμένο και φιμωμένο. Μόλις τον λύνει, σκαθάρια ξεχύνονται απ' το στόμα του Μπρίμλι και το πρόσωπό του καλύπτεται απ' τα έντομα.

Μετά την επέμβαση, η Σκάλλυ ενημερώνει τον Μώλντερ ότι ψάχνουν για τον Ντάριλ Γουίβερ έτσι ώστε να μάθουν κάτι για την ανοσία του στον καπνό. Ξαφνικά ο Μώλντερ σταματά ν' αναπνέει και παθαίνει καρδιακή προσβολή. Ο γιατρός θέλει να του κάνει επέμβαση στο στήθος, μα η Σκάλλυ διαμαρτύρεται λέγοντας ότι είναι πολύ αδύναμος για κάτι τέτοιο. Είναι απελπισμένη και αβοήθητη, μα αποφασίζει να περιμένει τις απαντήσει απ' την έρευνα.

Ο Σκίνερ εν τω μεταξύ βρίσκει τον Βος μαζί με τον Γουίβερ, ο οποίος θέλει κι άλλα τσιγάρα. Ο Σκίνερ βγάζει το όπλο του στον Γουίβερ. Όμως μόλις ο Γουίβερ προσπαθεί ν' ανάψει τσιγάρο, ο Σκίνερ τον πυροβολεί στον ώμο. Τον πηγαίνουν στο νοσοκομείο για εξετάσεις, κι η Σκάλλυ προσέχει τα λεκιασμένα απ' τη νικοτίνη δάχτυλα του Γουίβερ. Σκέφτεται κάτι, κι αμέσως δίνει εντολή να κάνουν ένεση νικοτίνης στον Μώλντερ.

Δύο εβδομάδες αργότερα, η Σκάλλυ καλοσωρίζει τον Μώλντερ στο γραφείο. Του εξηγεί ότι τα υψηλά επίπεδα νικοτίνης στο αίμα του Γουίβερ έδρασαν ως εντομοκτόνο και τον κράτησαν ζωντανό. Το ίδιο συνέβη και στον Μώλντερ όταν του έδωσαν υψηλές δόσεις νικοτίνης. Δυστυχώς έχει πάθει εξάρτηση και βγάζει ένα πακέτο Μόρλεϊ. Η Σκάλλυ εκπλήσσεται κι επιμένει ότι δεν πρέπει ν' αρχίσει το κάπνισμα. Εκείνος το δέχεται, και πετά το πακέτο στα σκουπίδια. Η Σκάλλυ φεύγει κι ο Μώλντερ κοιτάζει με λαχτάρα το ασπροκόκκινο πακέτο, προσπαθώντας να διώξει τον πειρασμό.