FIGHT CLUB


Δύο καλοντυμένοι ιεραπόστολοι οδηγούν τα ποδήλατά τους σ' ένα μπλε σπίτι στο Κάνσας. Η πινακίδα του κόκκινου σπορ αυτοκινήτου στο δρόμο γράφει "Μπέτι". Στην πόρτα, η Μπέτι Τέμπλετον τους διώχνει και λέει ότι μόλις μετακόμισε. Λίγο αργότερα, οι ίδιοι ιεραπόστολοι κατευθύνονται προς ένα ροζ σπίτι παρόμοιο με το πρώτο. Το μπλε σπορ αυτοκίνητο στο δρόμο έχει πινακίδα που γράφει "Λούλου". Όταν η Λούλου Πφάιφερ ανοίγει την πόρτα, βλέπουν ότι είναι εντελώς όμοια με την Μπέτι. Έκπληκτοι, οι δύο άντρες της λένε πως έχει μία σωσία που μόλις μετακόμισε εκεί κοντά. Η Λούλου τους κλείνει την πόρτα εξαγριωμένη και τους λέει να φύγουν. Ξαφνικά, οι δύο άντρες αρχίζουν να χτυπούν βίαια ο ένας τον άλλο, αν και νιώθουν έκπληξη με τις πράξεις τους. Αργότερα, δύο πράκτορες του FBI, που μοιάζουν καταπληκτικά με τον Μώλντερ και τη Σκάλλυ, μιλούν με την Μπέτι για το περιστατικό. Της μιλούν για την υποτιθέμενη δίδυμή της, και ο άντρας της λέει πως ίσως υπάρχει μεταφυσική εξήγηση. Γυρίζουν και βλέπουν τη Λούλου να περνά έξω απ' το σπίτι μέσα σ' ένα φορτηγό μετακομίσεων. Οι δίδυμες ανταλλάσσουν ένα βλέμμα, και χωρίς προειδοποίηση, οι πράκτορες αρχίζουν να μαλώνουν.

Στο FBI, ο Μώλντερ κοιτάζει μερικά σλάιντς του σπασμένου αυτοκινήτου των πρακτόρων, όπως και μερικές δικές τους απ' το νοσοκομείο. Εξηγεί στην Σκάλλυ πως οι δύο πράκτορες είπαν ακριβώς τα ίδια πράγματα, κι όμως δεν μπορούν να εξηγήσουν τη συμπεριφορά τους. Αρχίζει ν' αναλύει τις θεωρίες του όπως πάντα, κι η Σκάλλυ τον αντικρούει με τη δική της : οι ιεραπόστολοι και οι πράκτορες, που έμοιαζαν, ήρθαν σ' επαφή με κάποιο είδος φαντάσματος του ίδιου τους του εαυτού, κάτι που αντιπροσωπεύει τις μυστικές επιθυμίες και παρορμήσεις του καθενός.

Πάλι στο Κάνσας, η Λούλου κάνει αίτηση για δουλειά στο Φωτοτυπικό Κέντρο Κόκο. Ο υπεύθυνος βλέπει ότι έχει δουλέψει σε πολλές και διαφορετικές θέσεις, όπως και το ότι μετακομίζει συνεχώς. Το αυτοκίνητο της Μπέτι παρκάρει έξω απ' το κατάστημα και τα φωτοτυπικά μηχανήματα μπλοκάρουν. Σε κατάσταση πανικού, ο υπεύθυνος προσλαμβάνει τη Λούλου. Η Μπέτι φεύγει καθώς ο υπεύθυνος βγάζει την ταμπέλα "Ζητείται Υπάλληλος" απ' το τζάμι. Εκεί κοντά, σ' ένα άλλο υποκατάστημα του Φωτοτυπικού Κέντρου Κόκο, η Μπέτι κάνει αίτηση για δουλειά. Ο εκεί υπεύθυνος επίσης παρατηρεί τις πολλές διευθύνσεις και προηγούμενες δουλειές της. Η ιστορία καταλήγει όπως και της Λούλου. Αργότερα, το ίδιο βράδυ, ο Μπερτ Ζουπάνικ γεμίζει μία βαλίτσα με χρήματα στο Μοτέλ Πόρτσερι. Ο Μώλντερ κι η Σκάλλυ καταφθάνουν, ανεμίζοντας μία φωτογραφία του με την Μπέτι Τέμπλετον. Η Σκάλλυ του λέει πως η Μπέτι μόλις μετακόμισε, κι όταν εκείνος ρωτά αν ζούσε σ' ένα ροζ σπίτι στον κόλπο Μόρετον, η Σκάλλυ του απαντά πως ζούσε σ' ένα μπλε σπίτι στο Άλντεργουντ. Ο Μπερτ δηλώνει πως δεν ξέρει πού βρίσκεται. Οι πράκτορες φεύγουν, μα η Σκάλλυ επιμένει πως ο Μπερτ γνωρίζει την Μπέτι. Ο Μώλντερ διαφωνεί, κι η Σκάλλυ πηγαίνει να ελέξγει το ροζ σπίτι. Ο Μώλντερ μένει για να ψάξει στο δωμάτιο του Ζουπάνικ. Ο Μπερτ πηγαίνει τη βαλίτσα με τα μετρητά στο Μπαρ του Φρόγκι και βλέπει εκεί την Μπέτι. Πιστεύοντας ότι είναι η Λούλου, παραγγέλνει το αγαπημένο της ποτό και τη ρωτά για τα προβλήματα που έχει με το νόμο. Η Μπέτι μένει έκπληκτη που αυτός ο ξένος ξέρει το ποτό της, και του συστήνεται. Ο Μπερτ κάνει τη σύνδεση τη στιγμή που η Λούλου μπαίνει στο μπαρ. Αμέσως, τα πάντα μέσα στο μαγαζί αρχίζουν να κροταλίζουν. Το έδαφος τρέμει, ποτήρια σπάνε και καρέκλες αναποδογυρίζουν. Η Μπέτι με τον Μπερτ φεύγουν τρέχοντας απ' την πίσω πόρτα.

Η Σκάλλυ φτάνει στο γυμναστήριο Πατ Ντέβιν του Κάνσας και βρίσκει τον Μώλντερ να μιλά με τον γυμναστή Αργκάιλ Σαπερστάιν. Ο Μώλντερ λέει στην Σκάλλυ πως η Μπέτι θα πάει εκεί σε δύο ημέρες για να δει τον Μπερτ σ' έναν αγώνα πάλης. Η Σκάλλυ λέει πως πρέπει να βρουν και τη Λούλου. Οι δύο γυναίκες έχουν ταξιδέψει σε δεκαεπτά πολιτείες ακολουθώντας ασυναίσθητα η μία την άλλη, αφήνοντας πίσω τους μία σειρά καταστροφών. Αφού φεύγουν οι πράκτορες, ο Σαπερστάιν τηλεφωνεί στον Μπερτ για να του ζητήσει χρήματα για τον αγώνα. Ο Μπερτ, στο κρεββάτι με την Μπέτι, διαβεβαιώνει τον Σαπερστάιν πως θα του δώσει τα χρήματά του. Η Μπέτι, εν τω μεταξύ, βλέπει ότι έχει αργήσει για τη δουλειά και τρέχει στην τουαλέτα. Η Λούλου καταφθάνει στο μοτέλ και κατηγορεί τον Μπερτ ότι την απατά. Βρίσκει το κοκκαλάκι των μαλλιών της Μπέτι στο κρεββάτι και συγχωρεί τον Μπερτ, πιστεύοντας πως της το πήρε δώρο ο Μπερτ. Φεύγει, κι η Μπέτι βγαίνει απ' την τουαλέτα. Ξαφνικά ακούγονται πυροβολισμοί στο επάνω πάτοωμα κι ο ήχος ενός σώματος που σωριάζεται κάτω.

Στο μπαρ, ο Σαπερστάιν τρώει το μεσημεριανό του όταν μπαίνει μέσα η Μπέτι. Της λέει ότι ο Μπερτ έρχεται, κι εκείνη πηγαίνει στην τουαλέτα για να φρεσκαριστεί. Ο Μπερτ φτάνει με τα χρήματα, και τον ακολουθεί η Λούλου. Ο Σαπερστάιν δείχνει μπερδεμένος όταν τη βλέπει στην πόρτα. Ο Μπερτ συνειδητοποιεί ότι και οι δύο γυναίκες είναι στο ίδιο κτίριο και πείθει τη Λούλου να φύγει. Η Μπέτι βγαίνει απ' την τουαλέτα και βλέπει τη Λούλου. Τα ποτήρια κι ο καθρέφτης στο μπαρ σπάνε, κι οι άνθρωποι προσπαθούν να καλυφθούν. Ο Μπερτ πέφτει αναίσθητος κι ο Σαπερστάιν αρπάζει τη βαλίτσα με τα χρήματα. Αργότερα, ο Μώλντερ κι η Σκάλλυ φτάνουν να ερευνήσουν και συνεφέρουν τον Μπερτ. Ο Μώλντερ πηγαίνει στο Κόκο για να δει την Μπέτι. Εκείνη κατηγορεί τη Λούλου κι απαιτεί να παραμείνει στο Κάνσας. Ο Μώλντερ τηλεφωνεί στην Σκάλλυ, στο άλλο Κόκο. Έχει ακούσει ακριβώς τα ίδια από τη Λούλου. Και οι δύο πράκτορες βλέπουν τους στόχους τους να μπαίνουν στ' αυτοκίνητά τους. Ο Μώλντερ στέκεται στη μέση του δρόμου ενώ η Λούλου οδηγεί στη μία λωρίδα κι η Μπέτι στη άλλη. Ξαφνικά, πέφτει μέσα σ' έναν υπόνομο. Η Σκάλλυ πηγαίνει να δει πού βρίσκεται μα δεν τον βλέπει.

Αργότερα το ίδιο βράδυ η Σκάλλυ επισκέπτεται τη Φυλακή του Κάνσας για να δει τον Μπομπ Ντάμπχαουζ, ένα πολύ θυμωμένο τρόφιμο που της απαντά φωνάζοντας έξαλλος. Τον πληροφορεί πως είναι ο βιολογικός πατέρας της Λούλου και της Μπέτι, μιάς κι είχε κάνει δωρεά σπέρματος. Του ζητά πληροφορίες για το γενεαλογικό του δέντρο για ν' αποφύγει τα χειρότερα. Εκείνος της απαντά ότι "ένα μεγάλο, άσχημο σκυλί σήκωσε το πόδι του στο δικό μου οικογενειακό δέντρο". Εν τω μεταξύ, η Μπέτι πηγαίνει στο δωμάτιο του Μπερτ. Εκείνος παραδέχεται πως έχασε τα χρήματα που του χρειάζονταν για να συμμετάσχει στον αγώνα. Εκείνη συμφωνεί να τον βοηθήσει και φεύγει. Αμέσως, η πόρτα χτυπά και πάλι. Είναι η Λούλου, που επίσης συμφωνεί να βοηθήσει τον Μπερτ. Και οι δύο γυναίκες πηγαίνουν στα αντίστοιχα Κέντρα Κόκο κι αρχίζουν να φωτοτυπούν χρήματα.

Ο Μώλντερ καταφέρνει να βγει απ' τον υπόνομο και τηλεφωνεί στην Σκάλλυ στη φυλακή. Εκείνη του λέει πως βρήκε τον πατέρα της Μπέτι και της Λούλου. Ο Μώλντερ υποθέτει πως και οι δύο γυναίκες είναι ερωτευμένες με τον Μπερτ και δεν θέλουν να φύγουν απ' το Κάνσας γι' αυτό το λόγο. Ενώ η Σκάλλυ περπατά στο διάδρομο, βλέπει έναν τρόφιμο που μοιάζει καταπληκτικά στον Μπερτ Ζουπάνικ. Πίσω στο γυμναστήριο, ο Σαπερστάιν ζητά χρήματα κι η Μπέτι εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή με τα χρήματα. Ενώ ο Μπερτ αρχίζει να παλεύει, ο Μώλντερ πλησιάζει την Μπέτι. Η Λούλου πλησιάζει τον Μώλντερ, ο οποίος αρπάζει τη Μπέτι για να τη βγάλει έξω. Όσοι βρίσκονται εκεί αρχίζουν να χτυπιούνται μεταξύ τους. Μόλις βλέπει τη Σκάλλυ να μπαίνει με τον δίδυμο του Μπερτ, ο Μώλντερ σταματά κι αφήνει την Μπέτι. Ξαφνικά πέφτει σιωπή. Η Σκάλλυ χαμογελά, περήφανη με τον εαυτό της. Ο Μπερτ είναι ο τελευταίος που βλέπει τον σωσία του, κι όταν το κάνει, τα πάντα ξαναρχίζουν σε χειρότερη ένταση.

Λίγο αργότερα, πάλι στο γραφείο του Μώλντερ, η Σκάλλυ βλέπει σλάιντς από χτυπημένους και γεμάτους επιδέσμους ανθρώπους : Τον Μπερτ, τον δίδυμό του, τη Λούλου και τη Μπέτι. Αναφέρει τις συλλήψεις τοςυ στον Σαπερστάιν, ο οποίος ρωτά τι σημαίνει αυτό. Εκείνη απαντά, με τον τρόπο του Μώλντερ, ότι όταν συναντιούνται δύο όμοια τα αποτελέσματα είναι απρόβλεπτα. Όμως, όταν συναντηθούν τέσσερα "αυτές οι συναντήσεις καλό θα είναι ν' αποφεύγονται". Την έχουν χτυπήσει, έχει μελανιές κι επιδέσμους όπως κι όλοι στις φωτογραφίες. Γυρίζει στον Μώλντερ, που επίσης είναι χτυπημένος. Μουρμουρίζει μία απάντηση και μισανοίγει με δυσκολία το σπασμένο του σαγόνι.