JE SOUHAITE


Ο Τζέι Γκίλμορ έχει νεύρα. Ο υπάλληλός του, ο Άνσον Στόουκς, δεν απαντά όταν τον καλεί με τον ασύρματο και δεν τον βλέπει πουθενά στον αποθηκευτικό χώρο στο Κρεβ Κοέρ, στο Μιζούρι. Ο Άνσον είναι κρυμμένος και διαβάζει ένα περιοδικό με ιστιοφόρα σκάφη. Ο Τζέι τον βρίσκει και του λέει να πάει να καθαρίσει το χώρο με αριθμό 407. Μουρμουρίζοντας μέσα απ' τα δόντια του όταν φεύγει το αφεντικό του, ο Άνσον ανοίγει το χώρο και βρίσκει πως είναι γεμάτος από σκονισμένα έπιπλα και μουχλιασμένα χαρτόκουτα. Γκρινιάζοντας, αρπάζει ένα τυλιγμένο περσικό χαλί, μα το βλέπει να κινείται. Ο Άνσον το ξετυλίγει και μία μελαχροινή γυναίκα βγαίνει από μέσα. Κάτω απ' το δεξί της μάτι έχει ένα σμαραγδένιο δάκρυ. Όταν ο Τζέι πηγαίνει στην ανοιχτή πόρτα του 407, δεν βλέπει κανένα. Φωνάζει τον Άνσον, μα ξαφνικά η φωνή του κόβεται και μένει βουβός. Το στόμα του έχει εξαφανιστεί.

Η Σκάλλυ μπαίνει στο γραφείο, κι ο Μώλντερ μιλά με τον Τζέι. Ένα τερατούργημα από ράμματα έχει ξαναφτιάξει το στόμα του άντρα. Δυσκολεύεται να μιλήσει, μα τους λέει ότι ο Άνσον Στόουκς είναι κατά κάποιο τρόπο υπεύθυνος γιατί είπε στο αφεντικό του "να το βουλώσει". Οι πράκτορες επισκέπτονται τον Άνσον στο Μιζούρι. Το μικρό του τροχόσπιτο σκιάζεται από το τεράστιο σκάφος που βρίσκεται στην αυλή του. Όταν πλησιάζουν στην πόρτα, ο Άνσον κρύβεται γιατί νομίζει ότι είναι εφοριακοί. Στέλνει τον ανάπηρο αδελφό του, τον Λέσλι, ν' ανοίξει. Ο Μώλντερ κι η Σκάλλυ συστήνονται στον Λέσλι, προσέχοντας το μηχανοκίνητο καροτσάκι του. Τους λέει ότι ο αδελφός του δεν είναι σπίτι. Στο πίσω μέρος του δωματίου βλέπουν μία μελαχροινή γυναίκα. Οι πράκτορες πηγαίνουν στην αποθήκη και βρίσκουν τη φωτογραφία ενός άντρα. Εκεί υπάρχει και η μελαχροινή που είδαν στο τροχόσπιτο του Άνσον. Αν και η φωτογραφία είναι πάνω από είκοσι ετών, η γυναίκα μοιάζει απαράλλαχτη.

Ο Άνσον προσπαθεί να σκεφτεί την τρίτη ευχή του. Είναι ολοφάνερο πως δεν ικανοποιήθηκε με τις δύο πρώτες - το στόμα του Γκίλμορ και το σκάφος. Κατηγορεί το τζίνι επειδή δεν έβαλε το σκάφος στο νερό. Εκείνη λέει πως δεν της "καθόρισε" το νερό. Ενώ τα δύο αδέλφια συζητούν την τρίτη ευχή, το τζίνι δείχνει την καρέκλα του Λέσλι. Τα αδέλφια δεν καταλαβαίνουν τι θέλει να τους πει, και τελικά ο Άνσον επιλέγει να γίνει αόρατος. Εκείνη εκπληρώνει την ευχή του κι ο Άνσον εξαφανίζεται. Σε αυτή την κατάσταση, ο Άνσον βγαίνει απ' το τροχόσπιτο, τον χτυπά ένα φορτηγό και πεθαίνει. Ένας μοτοσυκλετιστής συγκρούεται με το αόρατο εμπόδιο κι ο Άνσον μεταφέρεται στο νεκροτομείο. Η Σκάλλυ μένει άφωνη με αυτό το εύρημα, και πασπαλίζει το πτώμα του Άνσον με κίτρινη σκόνη για αποτυπώματα ώστε να μπορέσει να κάνει το σώμα ορατό. Ο Μώλντερ καταφθάνει με πληροφορίες για τον άντρα στην φωτογραφία. Ο Χένρι Φλάνκεν πέθανε το 1978 από κάποια χρόνια νόσο, αφού είχε αποκτήσει μυστηριωδώς τεράστια περιουσία. ο Μώλντερ πιστεύει ότι η μελαχροινή γυναίκα έχει κάποια σχέση στην υπόθεση και φεύγει για να βρει τον αδελφό του Άνσον. Ο Λέσλι του λέει ότι η γυναίκα έχει φύγει, μα δίνει στον Μώλντερ ένα μπρούτζινο μπιχλιμπίδι λέγοντάς του ότι αυτό είναι το σπίτι του τζίνι.

Ο Λέσλι βρίσκει το χαλί στην αποθήκη. Εν τω μεταξύ, ο Μώλντερ παίρνει την Σκάλλυ απ' το νεκροτομείο για να της δείξει την μελαχροινή γυναίκα, που εμφανίζεται σε ιστορικές βιντεοταινίες. Στέκεται δίπλα στον Μουσολίνι και το Νίξον, δύο άντρες που απέκτησαν τεράστια δύναμη και την έχασαν ξαφνικά. Το επόμενο πρωί η Σκάλλυ ετοιμάζεται να παρουσιάσει το αόρατο σώμα σε ειδικούς απ' όλη τη χώρα, μα το πτώμα του Άνσον έχει χαθεί. Ζωντανός και γεμάτος ακόμη με κίτρινη σκόνη, ο Άνσον κάθεται σιωπηλός στο τροχόσπιτι. Ο Λέσλι ευχήθηκε να γυρίσει ο αδελφός του, μα τώρα ο Άνσον είναι ένα ζόμπι που υποφέρει απ' το ατύχημα. Ο Λέσλι ζητά απ' το τζίνι να δώσει φωνή στον αδελφό του. Όταν η ευχή εκπληρώνεται, ο Άνσον παραπονιέται ότι κρυώνει πάρα πολύ. Ο Λέσλι έχει απογοητευτεί από τις επιλογές του και ψάχνει για την τρίτη ευχή του. Δεν έχει προσέξει ότι ο Άνσον προσπαθεί να ζεσταθεί ανάβοντας την κουζίνα αερίου. Ο Λέσλι ανακοινώνει πως η τελευταία του ευχή είναι ν' αποκτήσει πόδια, κι εκείνη τη στιγμή ο Άνσον ανάβει ένα σπίρτο. Το τροχόσπιτο ανατινάζεται. Ο Μώλντερ κι η Σκάλλυ, που περίμεναν έξω, πέφτουν στο έδαφος απ' το ωστικό κύμα. Σηκώνονται και βλέπουν την καταστροφή, κι ένα τυλιγμένο περσικό χαλί που προσγειώνεται δίπλα τους. Μέσα απ' το χαλί ακούγεται μία πνιγμένη αδύναμη φωνή να λέει "Ωχ".

Ο Μώλντερ κι η Σκάλλυ συζητούν με το τζίνι στην αυλή του τροχόσπιτιου, ενώ τα πυροσβεστικά οχήματα τρέχουν για την έκρηξη. Ο Μώλντερ την φωνάζει Τζεν, το οποίο είναι παράγωγο του "Τζίνια" - ο όρος που περιγράφει το πνεύμα ή το δαίμονα των Ανατολίτικων παραδόσεων. Στα πεντακόσια χρόνια δράσης της, η Τζεν έχει καταλάβει πως οι άνθρωποι είναι πολύ άπληστοι σε ό,τι αφορά τις ευχές τους. Ρωτά τους πράκτορες αν την έχουν συλλάβει, κι η Σκάλλυ λέει ότι χωρίς στοιχεία δεν μπορούν να το κάνουν κι ότι είναι ελεύθερη. Δυστυχώς δεν μπορεί. Είναι δεμένη με τον Μώλντερ επειδή αυτός την ελευθέρωσε απ' το χαλί. Τώρα δικαιούται τρεις ευχές. Επιστρέφοντας στο διαμέρισμά του στην Ουάσιγκτον, ο Μώλντερ ρωτά τη Τζεν τι θα ευχόταν η ίδια αν ήταν στη θέση του. Εκείνη ονειρεύεται να ελευθερωθεί απ' τα δεσμά της και να ξαναγίνει φυσιολογικός άνθρωπος. "Θα καθόμουν κάπου μ' ένα τεράστιο φλυτζάνι καφέ και θα παρατηρούσα τον κόσμο" λέει αναστενάζοντας. Ελπίζοντας ότι έχει τη λύση, ο Μώλντερ σκέφτεται κάτι πιό γενικό και ζητά απ' τη Τζεν "γαλήνη στη γη". Ξαφνικά βλέπει ότι η ευχή του πραγματοποιήθηκε στην κυριολεξία. Η έρημη πόλη έξω είναι εντελώς ήσυχη, χωρίς σημεία ζωής. Ο Μώλντερ τρέχει στα γραφεία για να βρει τη Σκάλλυ. Κι εκεί ερημιά. Καλεί τη Τζεν και ανακαλεί την ευχή του. Το γραφείο ξαναγίνεται κανονικό. Έχοντας μία μόνο ευχή, ο Μώλντερ αποφασίζει να καλύψει όλα τα κενά του. Δακτυλογραφεί ένα κείμενο που αναλύει πολύ συγκεκριμένα την τελευταία του ευχή για έναν πιό ασφαλή και πιό ευτυχισμένο κόσμο. Όμως, όταν η Σκάλλυ προβληματίζεται, το ξανασκέφτεται.

Αργότερα την ίδια νύχτα, ο Μώλντερ προσκαλεί τη Σκάλλυ να δουν βίντεο. Μιάς και δεν ζήτησε την παγκόσμια ειρήνη, η Σκάλλυ ρωτά ποιά ήταν η τελευταία του ευχή. Σ' ένα εστιατόριο, κάπου, η Τζεν κάθεται σ' ένα τραπέζι πίνοντας καφέ. Το σμαραγδένιο δάκρυ έχει χαθεί απ' το πρόσωπό της. Ο Μώλντερ ευχήθηκε για την ελευθερία της.